Να γίνεσαι η πατρίδα που νοσταλγεί κάποιος

(Έγραψε η Κατερίνα Γκαράνη)

Ακόμα κι αν η Ιθάκη είχε γκρεμιστεί συθέμελα, ακόμα κι αν η Πηνελόπη είχε φύγει με άλλον για άλλο νησί, ο Τηλέμαχος είχε φύγει για δικό του ταξίδι στον κόσμο, μόνο ο σκύλος Άργος θα ήταν αυτός που στην ιστορία δεν θα άλλαζε ρόλο.

Ο Όμηρος τού έδωσε τον σημαντικότερο ρόλο στην Οδύσσεια και ρόλο σχεδόν αόρατο, άλλο που ως άνθρωποι ψάχνουμε τα υψηλότερα νοήματα μέσα στο έργο.

Ουσιαστικό για τον Όμηρο δεν είναι μόνο να νοσταλγείς την πατρίδα σου, ουσιαστικό επίσης είναι να γίνεσαι η πατρίδα που νοσταλγεί κάποιος. Να νικά ακόμα και τον χρόνο ζωής που του καθόρισε η Φύση περιμένοντας στωικά για να σε δει μία τελευταία φορά.

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα

Πετριχώρ

Ως πετριχώρ ή πετριχώρας ονομάζεται η οσμή που αναδύεται από το έδαφος όταν πέφτουν πάνω του οι σταγόνες της βροχής.

Η ετυμολογία της λέξης προκύπτει από των συνδυασμό των ελληνικών λέξεων πέτρα και ιχώρ (κατά την ελληνική μυθολογία ο ιχώρας ήταν το χρυσό υγρό που έρεε στις φλέβες των θεών αντί αίματος).

Verschlimmbessern

Στα γερμανικά υπάρχει το σύνθετο ρήμα verschlimmbessern.

Προέρχεται από τα ρήματα verschlimmern (χειροτερεύω κάτι) και verbessern (καλυτερεύω κάτι).

Τι σημαίνει; Κάνω κάτι χειρότερο, σε μία έντιμη, αλλά τελικά αποτυχημένη, προσπάθεια να το βελτιώσω.

Όπως, ας πούμε, όταν πας να φτιάξεις το πόμολο της πόρτας και πέφτει όλο το κάσωμα.

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον

Δεν έχω κάποιον «αγαπημένο» ποιητή. Άλλωστε, όταν ταυτίζεσαι, ετεροπροσδιορίζεσαι κι αυτό ποτέ δεν μου άρεσε.

Αν, πάντως, θα έπρεπε να διαλέξω τον ποιητή εκείνο που, ας πούμε, προτιμώ να διαβάζω, θα έλεγα τον Κωνσταντίνο Καβάφη, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα (29 Απριλίου) το 1863 ενώ, κατά μία αξιοσημείωτη σύμπτωση, πέθανε την ημέρα των γενεθλίων του, το 1933.

Κι αν θα έπρεπε να διαλέξω το ποίημα του Καβάφη που μου αρέσει περισσότερο, θα επέλεγα το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», το οποίο αναφέρεται στην πολύ μεγάλη σημασία που έχει η διατήρηση της αξιοπρέπειας μπροστά στην απώλεια.

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου πού ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
πού βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια πού φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πώς ήταν
ένα όνειρο, πώς απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν πού ταιριάζει σε πού αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια πού χάνεις.

Το Χρυσό Πουλί (Kin no tori)

Απαντώντας κάποτε σε σχετική πρόσκληση για blog-o-παίχνιδο, την οποία μου είχε στείλει ο Άνθρωπος του Μετρό, είχα κάνει λίστα με τα δέκα αγαπημένα μου cartoons (τα λένε και «παιδικά») που έβλεπα πιτσιρίκι.

Η λίστα είναι πλήρης – ή, μάλλον, όχι. Στο Νο6 αναφέρω μόνο σπαράγματα από την υπόθεση μιας ταινίας κινουμένων σχεδίων που έπαιζε πολύ συχνά στο (λατρεμένο) Junior’s TV, επειδή δεν μπορούσα να θυμηθώ ποια είναι.

Τελικά, χρόνια αργότερα (και μετά από ψάξιμο), τη βρήκα!

Επρόκειτο για μία ιαπωνική ταινία του 1987, ο τίτλος της οποίας είναι Το Χρυσό Πουλί (στα ιαπωνικά, Kin no tori) ενώ, επί της ουσίας, ήταν μία κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου παραμυθιού των Αδελφών Γκριμ.

Η υπόθεση, πήγαινε έτσι. Ένας βασιλιάς είχε μία χρυσή μηλιά και κάποια στιγμή ανακάλυψε ότι κάποιος κλέβει μήλα από αυτή. Έβαλε, λοιπόν, τους τρεις γιους του να φυλάνε το δέντρο για να ανακαλύψουν ποιος βουτάει τα μήλα. Εν τέλει, ο μικρότερος γιος, ο Χανς, που είναι και ο πρωταγωνιστής της ταινίας, ανακαλύπτει ότι τα μήλα κλέβει ένα χρυσό πουλί. Μετά την ανακάλυψη, ο βασιλιάς στέλνει τα τρία βασιλόπουλα να βρουν το χρυσό πουλί, αλλά εκεί αρχίζουν τα προβλήματα, καθώς το πολύτιμο πτηνό ανήκει σε μία κακιά μάγισσα, που έχει στην κατοχή της μια ατελείωτη στρατιά από ρομπότ. Στην πορεία του έργου γνωρίζουμε κι άλλους σημαντικούς χαρακτήρες που ο κάθε ένας παίζει σημαντικό ρόλο στην πλοκή: μία ομιλούσα αλεπού, ένα γιγάντιο πουλί που… μπεκροπίνει, έναν κακό βασιλιά που συνεργάζεται με την μάγισσα και μία πριγκίπισσα, η οποία, καλά μαντέψατε, είναι το love interest του Χανς στην ταινία.

Η υπόθεση της ταινίας, η ατμόσφαιρά της, οι, αρκετές, αστείες ατάκες της, αλλά και πολλές επιμέρους λεπτομέρειές της, μου έχουν μείνει και τις θυμάμαι ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά. Λ.χ., το σπαθί του Χανς ήταν τεράστιο, πιο μεγάλο και από τον ίδιο, σε μία σκηνή ακούγεται μια ΤΡΑΓΟΥΔΑΡΑ η οποία έχει catchphrase «Σιγά τ’ αυγά! Η μάγισσα, φυσικά!» (catchphrase, που ακουγόταν πολύ στην παιδική μου παρέα!), ενώ το γιγάντιο πουλί ήταν τελείως ξεπουπουλιασμένο και για να πετάξει έπρεπε να… τα πιει!

Στην ελληνική μεταγλώττιση του φιλμ συμμετείχαν τέσσερις πολύ γνωστοί ηθοποιοί: η Ράνια Ιωαννίδου (η «παπαδιά» του «Καφέ της Χαράς», η οποία δάνειζε την φωνή της στον πρωταγωνιστή Χανς), ο Γιώργος Βασιλείου (ναι, ο «Ταξίαρχος Θεοχάρης» του «Καλημέρα Ζωή» – ο Βασιλείου, που έχει φύγει πια από τη ζωή, είχε συμμετάσχει σε πολλές μεταγλωττίσεις καρτούνς), ο Ντίνος Καρύδης και η Λέτα Μουσούτη.

Βρήκα την ταινία ανεβασμένη στο YouTube, σε εξαιρετική ανάλυση.

«Σκέψου θετικά!»: το σύγχρονο δόγμα με τις λανθάνουσες παγίδες

Μία δριμεία κριτική στην «θετική σκέψη», που φαίνεται να κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στη σύγχρονη πραγματικότητα ως στάση ζωής.

Ομιλία της Αθηνάς Δεσύπρη, στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Κοινότητας Ανάλυσης Συμπεριφοράς (30 Νοεμβρίου – 1 Δεκεμβρίου 2019) στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Αγάπη είναι…

Η αγάπη είναι πράξη.

Ούτε λόγια, ούτε θεωρίες.

Όταν αγαπάς κάποιον, κάνεις κάτι γι’ αυτόν.

Είναι τόσο απλό.

Η πλάνη του Τίμωνα

Δίκιο είχε ο Τίμων ο Αθηναίος, ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως «ο Μισάνθρωπος»; Για τη μισανθρωπία του, εννοώ.

Η ιστορία του, λίγο πολύ γνωστή. Έζησε την εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου, ήταν αρκετά πλούσιος και γαλαντόμος αλλά μαζί και καλόκαρδος και εύπιστος, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να του «κολλήσουν» ένα σωρό κόλακες, συμφεροντολόγοι και παρασιτικοί τύποι οι οποίοι τον εκμεταλλεύθηκαν και του έφαγαν όλη την περιουσία ενώ, όταν αυτό συνέβη, του γύρισαν και την πλάτη.

Η απάντησή του; Την έκανε, απένταρος πια, πήγε στον Υμηττό, σε ένα μικρό κτήμα που είχε εκεί και τους μίσησε όλους και όλα με λύσσα και σκληρότητα, πλήρως αποστασιοποιημένος από την κοινωνία. Μάλιστα, όσους έκαναν το λάθος να έρθουν στην καλύβα του τους έδιωχνε με τις κλωτσιές. Τότε ήταν που οι συνάνθρωποί του τον έβγαλαν μισάνθρωπο και το παρατσούκλι αυτό του έμεινε. Ούτε όταν πέθανε δεν έπαψε να μισεί τους άλλους – η επιτύμβια επιγραφή του μνήματός του, που αποδίδεται σε εκείνον και λέγεται ότι ο ίδιος την έγραψε, έλεγε: «Αφήνοντας μια άθλια ζωή, αναπαύομαι εδώ. Το όνομά μου δεν πρόκειται να το μάθετε και να πάτε στον κόρακα».

«Πλείστοι άνθρωποι κακοί», που έλεγε και ένας άλλος αρχαίος, ο Βίας ο Πριηνεύς – αυτός δεν ήταν μισάνθρωπος αλλά ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, άρα κάτι θα ήξερε. Αυτό είναι η πραγματικότητα: πολλοί άνθρωποι είναι μαλάκες, κακοί, ειδεχθείς με πάμπολλους διαφορετικούς τρόπους, κάτι που, στην ενήλικη ζωή μας, αρκετοί το καταλαβαίνουν συνοδεία μπόλικης πίκρας και απογοήτευσης.

Η μισανθρωπία και ο αναχωρητισμός, ωστόσο, είναι η απάντηση σ’ αυτό το πρόβλημα; Νομίζω πως όχι.

Με τον καιρό κατάλαβα ότι η μισανθρωπία είναι μάλλον μία αδυναμία, τίποτα περισσότερο. Η αδυναμία να αποδεχθείς τους ανθρώπους για αυτό που πράγματι είναι, ήτοι ατελή, προβληματικά, τρωτά, ευάλωτα, έρμαια της μικροπρέπειας, των παρορμήσεων και των επιθυμιών τους, διαπράττοντα συνεχώς σφάλματα κι εν τέλει, επί της ουσίας, αδύναμα, όντα.

Επίσης, ούτε ο αναχωρητισμός, η παραίτηση από τον κόσμο, οδηγεί κάπου. Ο άνθρωπος ήταν, παραμένει και θα είναι ζώο κοινωνικό, ζώο αγέλης, που έχει ανάγκη τα άλλα μέλη της αγέλης για να επιβιώνει. Ακόμα και αν πας να γίνεις ερημίτης σ’ ένα βουνό, σαν τον Τίμωνα καλή ώρα, σε περίπτωση που σε πονέσει το πόδι σου θα χρειαστείς έναν γιατρό, άρα πάλι θα έχεις ανάγκη τους άλλους – τόσο απλά. Για την ακρίβεια, έτσι την έπαθε ο ίδιος ο φουκαράς ο Τίμων: σε μεγάλη ηλικία πια έπεσε από ένα δέντρο, χτύπησε άσχημα αλλά δεν θέλησε να φέρει έναν γιατρό (λόγω της μισανθρωπίας του, φυσικά) και τελικά έπαθε γάγγραινα και πέθανε. Άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να υπάρξει. Είμαστε εξαρτημένοι ο ένας από τον άλλον. Χώρια που δεν είναι σωστό ούτε από φιλοσοφικής άποψης να μείνεις μόνος σου, μακριά απ’ όλους – ίσως κάποτε γράψω κάποια πράγματα που έχω σκεφτεί γι’ αυτό.

Οπότε, το συμπέρασμα είναι ότι ούτε η μισανθρωπία ούτε η παραίτηση από τον κόσμο έχουν, ουσιαστικά, νόημα.

Αυτό, μάλλον, το είχαν καταλάβει και οι σύγχρονοι του Τίμωνα, γι’ αυτό και διαρκώς τον σχολίαζαν και τον κορόιδευαν (όπως, π.χ., ο Αριστοφάνης, που τον σατίρισε στις κωμωδίες του «Λυσιστράτη» και «Όρνιθες»)…

Το ταξίδι της ζωής σε μια φωτογραφία

Γύρω γύρω, η θάλασσα της Ανυπαρξίας. Κατασκότεινη και σιωπηλή.

Κάποιο αόρατο χέρι μας τραβά έξω από τα νερά της (σε μία ξεκάθαρη πράξη βίας – κανείς μας δεν το διάλεξε να γεννηθεί) και μας βάζει πάνω στη σχεδία της Ζωής.

Περπατάμε πάνω στη σχεδία. Ζούμε. Για όσο μας μέλλει.

Το τέλος της σχεδίας είναι αναπόφευκτο – γι’ άλλους έρχεται νωρίτερα και γι’ άλλους αργότερα.

Όταν έρθει, φοράμε το καλό μας το κοστούμι, κρατάμε στο χέρι μια βαλίτσα που περιέχει όλα όσα ζήσαμε, δεν ζήσαμε, θελήσαμε, δεν θελήσαμε, καταφέραμε, δεν καταφέραμε, αγαπήσαμε, ζηλέψαμε, μισήσαμε, παίρνουμε το καπελάκι μας κι ένα άλλο αόρατο χέρι μάς τραβά και μας ρίχνει εκεί από όπου προήλθαμε. Πίσω στην Ανυπαρξία.

Man with suitcase

(Αυτά σκέφτηκα, βλέποντας αυτήν την υπέροχη φωτογραφία στην γκαλερί φωτογραφίας «Phos Gallery», στο Χαλκί της Νάξου)