Άλογα πράγματα

* Το κείμενο αυτό το έγραψα στο πλαίσιο του Εαρινού Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής που διοργανώνει ο Γελωτοποιός.

Στρατιώτες, αμέτρητοι, μια θάλασσα χακί, τρέχουν.

Λοχίες, ανθυπασπιστές, οπλίτες, δεκανείς, ταγματάρχες, τώρα όλοι τρέχουν, ανάκατα. Κοιτά βαθμούς ο θάνατος;

Πάνε όλοι στη θάλασσα. Από κάπου μακριά έρχεται ο ήχος των αρμάτων, που τους έχουν βάλει στόχο. Κάποιοι όλμοι σκάνε δίπλα τους. Τώρα είναι που πρέπει να τρέξουν πιο γρήγορα.

Η αμμουδιά! Να τη! Θάλαττα! Θάλαττα! Να και τα πλοία τα μεταγωγικά. Εκεί πρέπει να πάνε.

Αυτή είναι η διαταγή, αυτό και το σχέδιο. Τα μεταγωγικά θα τους πάρουν από αυτήν την καταραμένη γη στην οποία τόσο πολύ είχαν πολεμήσει πριν χάσουν και θα τους πάνε απέναντι, στην γη των φίλων, των συμμάχων.

Κι αν γλιτώσουν από τα κανόνια, τους όλμους, τα τουφέκια και τα πολυβόλα των εχθρών, μπορεί και να πάνε σπίτι τους. Πρώτα όμως πρέπει να μπουν στα μεταγωγικά. Και γρήγορα.

Πρέπει να μπουν συντεταγμένα στα πλοία. Υποχώρηση μεν, όχι άτακτη δε. Τώρα παρατάσσονται στην ακτή. Διμοιρίες, λόχοι, τάγματα, συντάγματα. Ίσια γραμμή. Φωνές, παραγγέλματα. Προχωρούν. Αρχίζουν να μπαίνουν στα πλοία. Ο εχθρός ολοένα και πλησιάζει.

Κι αυτά τα άλογα εκεί δίπλα, τι είναι; Α, είναι το ιππικό! Όσοι γλίτωσαν, δηλαδή, δεν πρέπει να είναι πάνω από τριάντα. Εκείνοι έφθασαν πρώτοι στην παραλία, πιο γρήγορα πάνω στ’ άλογα. Οι στρατιώτες έχουν ξεπεζέψει, έχουν αφήσει τα ζώα κι έχουν φύγει κι αυτοί πια προς τα πλοία. Οι εχθροί καταφτάνουν.

Μόνο ένας υπίλαρχος μένει πίσω. Στέκεται μπροστά στα άλογα. Δεν υπάρχει χρόνος. Βγάζει το πιστόλι του, το γεμίζει και αρχίζει να σκοτώνει τα ζώα. Ένα ένα. Με μια σφαίρα στο κεφάλι, εξ επαφής.

Σε λίγο όλα έχουν τελειώσει. Βάζει το πιστόλι στη θήκη και τρέχει κι αυτός να μπει στα πλοία. Στον ορίζοντα εμφανίζονται τα πρώτα άρματα του εχθρού. Αλλά, τώρα, πλέον, δεν τους προλαβαίνουν. «Σαλπάρουμε!», ακούγεται κάποιος να φωνάζει.

Ένας στρατιώτης, πολύ νέος, κοιτά έξω από το μικρό φινιστρίνι του μεταγωγικού την έρημη παραλία. Μάλλον (όχι μάλλον, σίγουρα) σκέφτεται ότι τα κατάφεραν. Του λείπει το σπίτι του.

Το βλέμμα του, όπως τριγυρνά στην αμμουδιά, πέφτει πάνω στα νεκρά άλογα (περίπου τριάντα, όχι παραπάνω). Κάνει έναν μορφασμό, ίσως δυσπιστίας. Παραξενεύεται. Ρωτάει δίπλα του τον ανθυπασπιστή του.

– Τα άλογα. Γιατί; Γιατί τα σκότωσαν;

– Έπρεπε. Δεν έχουμε πολύ χώρο.

– Δεν μπορούσαν να τα αφήσουν στους αγρούς που περάσαμε;

– Και να πέσουν στα χέρια των Άλλων; Κι αυτά όπλα δεν είναι; Πιο καλά έτσι. Απ’ το να τα ‘χουν οι Άλλοι…

Ο στρατιώτης σκέπτεται: «Ε, βέβαια. Λογικό».

Στον ορίζοντα φαίνονται οι πρώτες κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες των συμμάχων. Έχουν σωθεί.

Ή μήπως δεν υπάρχει σωτηρία;

Schweizer im Schatten

* Το κείμενο αυτό το έγραψα στο πλαίσιο του Εαρινού Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής που διοργανώνει ο Γελωτοποιός. Είναι γραμμένο με την «μέθοδο Σβάιτσερ» (για την οποία μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ). Η λέξη που έπρεπε να χρησιμοποιήσω ήταν η λέξη «σκιά». Ο τίτλος του κειμένου σημαίνει «Ο Σβάιτσερ στη σκιά» (ή, τέλος πάντων, αυτό μου είπε το Google Translate, καθότι μη γερμανομαθής).

1. Εγώ και η σκιά μου; Αχώριστοι είμαστε! Πάει όπου πάω, κάνει ό,τι κάνω. Μικραίνει ή μεγαλώνει αναλόγως του πώς στέκομαι κόντρα στο φως. Είμαστε αλληλένδετοι. Η σκιά μου είναι από και σαν εμένα – εγώ, όμως, δεν είναι.

2. Και παιχνίδια παίζουμε με την σκιά μου, αμέ! Τα γνωστά. Κάνεις χορευτικές φιγούρες και βλέπεις τη σκιά σου που κι εκείνη «χορεύει». Ή την φωτογραφίζεις έτσι όπως φαίνεται σε έναν άδειο δρόμο με καλή προοπτική και το κάνεις επιτυχημένο post στο Instagram. Ή το άλλο, που κάνεις τα δάχτυλα του ενός χεριού σου σαν κεφάλι σκύλου και με τη λάμπα από πίσω στήνεις επιτόπου «θέατρο σκιών» πάνω στον τοίχο.

3. Α, αυτό το τελευταίο παιχνίδι το έπαιζα μικρός με φίλους και σκαρώναμε ολόκληρες ιστορίες. Το παίζω ακόμα, όταν η στιγμή απαιτεί αστείο. Εντάξει, είναι λίγο απλό και παιδικό παιχνίδι, αλλά απ’ το να βλέπεις τηλεόραση; Πιο εποικοδομητικό.

4. Γενικά, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι η σκιά είναι κάτι καλό. Ως και προϋπόθεση ζωής είναι, καμιά φορά. Φαντάσου να περπατάς κάθιδρος και εξαντλημένος στην έρημο Σαχάρα, να ψήνεσαι στους 50 βαθμούς και ξαφνικά ένα μοναχικό, μοναδικό δέντρο βρίσκεται μπροστά σου. Τι θα κάνεις; Θα πας στη σκιά του. Θα προστατευτείς. Θα δροσιστείς. Θα ζήσεις.

5. Δεν μου το βγάζει κανείς απ’ το μυαλό ότι κομμάτι αυτού που λέμε «ανθρώπινος πολιτισμός» χτίστηκε κάτω από τη σκιά ενός δέντρου. Εκεί, εδώ και χιλιάδες χρόνια, άνθρωποι αντάμωναν, ξαπόσταιναν, μιλούσαν, γνωρίζονταν, αντάλλασσαν αγαθά και, το κυριότερο, ιδέες.

6. Ή, πάλι, πόσα ποιήματα δεν γράφτηκαν κάτω από την απαλή δροσιά της σκιάς ενός δέντρου; Ή μυθιστορήματα, ή άλλα έργα. Εδώ ο Νεύτωνας ολόκληρο νόμο της βαρύτητας ανακάλυψε στη σκιά εκείνης της μηλιάς! Την ηρεμία και χαλάρωσή του στη σκιά θα την τάραξε, βέβαια, το μήλο που του ήρθε κατακέφαλα, αλλά χαλάλι. Πήγε μπροστά το ανθρώπινο πνεύμα.

7. Μιας και μιλάμε για πολιτισμό και τέχνη, μια σκιά δεν ήταν η πρωταγωνίστρια μιας από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές που γέννησε η ανθρώπινη φαντασία; Είναι η στιγμή εκείνη που ο Οδυσσέας, ευρισκόμενος στον Άδη, βλέπει τη σκιά (το φάντασμα) της νεκρής μητέρας του, την αναγνωρίζει και τρέχει να την αγκαλιάσει. Προσπαθεί, προσπαθεί, προσπαθεί, αλλά δεν μπορεί. Πώς να αγκαλιάσεις το τίποτα, την σκιά; Αυτή η σκηνή μου έχει μείνει, μέσα από τους χιλιάδες στίχους αυτού του έργου – σπαρακτική όσο λίγες.

8. Ακόμα και την ώρα έβρισκαν κάποτε οι άνθρωποι με τη σκιά. Έβλεπαν πού έπεφτε το φως του ήλιου, σε ποιο κλαδάκι, σε ποια πέτρα, σε ποια κορυφή δέντρου, πρόσεχαν την κάθε λεπτομέρεια και καταλάβαιναν τι ώρα είναι, με ακρίβεια δευτερολέπτων ή μερικών λεπτών. Εκπληκτικό.

9. Αυτό το τελευταίο μου το ‘πε κάποτε ένας ηλικιωμένος φίλος Ναξιώτης. «Ντρόσασμα» την λένε τη σκιά εδώ στη Νάξο. Από το «δρόσισμα». Κοιτούσαν πού πέφτει το «ντρόσασμα» κι έλεγαν την ώρα. Ωραίο, αλλά ως προς την ακρίβεια της μεθόδου δεν τον πίστεψα. Τον ρώτησα κάμποσες φορές τι ώρα είναι, όσο καθόμασταν μαζί. Από κάποιο σημείο κι έπειτα σταμάτησα να ρωτάω, ήταν αδύνατον να τον νικήσω.

10. Πολύτιμη, λοιπόν, η σκιά. Κι από τα πιο όμορφα πράγματα είναι να κάθεσαι από κάτω της. Κι αν είναι και σκιά πλατάνου, με το ποταμάκι δίπλα να ακούγεται να τρέχει, είναι το κάτι άλλο. Αν έχει μείνει δεντράκι και ποταμάκι για να κάτσεις, φυσικά, γιατί όλα σιγά σιγά αρχίζουν και τα μπαζώνουν για να χτίσουν ξενοδοχεία. Εκεί η σκιά θα προέρχεται από τις ομπρέλες και οι παφλασμοί και φλοίσβοι από τις βουτιές στην πισίνα.

11. Ως και δίκη έγινε κάποτε για την σκιά! Την ξέρετε την ιστορία; Στ’ αρχαία χρόνια, κάπου στην Ελλάδα, ένας κύριος νοίκιασε ένα γαϊδούρι για να μεταφέρει τα υπάρχοντά του από μια πόλη σε μιαν άλλη – ήταν κατακαλόκαιρο, το τοπίο έρημο και άνυδρο και όταν έκαναν μια στάση στον δρόμο ο ήρωάς μας κάθισε στη σκιά του ζώου για να ξεφύγει από τον ήλιο, αλλά ο ονηλάτης του ζήτησε τα ρέστα! «Εγώ σου νοίκιασα μόνο τον γάιδαρό μου, κύριος. Αν θες να εκμεταλλευθείς και την σκιά του, θα πρέπει να την πληρώσεις χώρια», του είπε. Οι δύο άνδρες πήγαν στα δικαστήρια για το θέμα, τσακώθηκαν για μια σκιά. Από αυτήν την ιστορία βγήκε η ιδιωματική φράση «περί όνου σκιάς», που σημαίνει «για κάτι εντελώς ασήμαντο» και την λέμε στις περιπτώσεις εκείνες που υπάρχει τσακωμός για το τίποτα.

12. Για την ιστορία, ενώ οι δύο τύποι φαγώνονταν στο δικαστήριο, λέει, ένας άλλος έξω από αυτό σκότωσε το καημένο το γαϊδουράκι κι έτσι, μιας και αντικείμενο διαμάχης δεν υπήρχε πια, η δίκη έληξε. Κάπως έτσι πάει, καμιά φορά. Όταν κάποιοι τσακώνονται περί όνου σκιάς, εκείνοι που δεν φταίνε σε τίποτα την πληρώνουν.

13. Αυτό σκέφτηκα και δεν γινόταν να μην πω ότι περί όνου σκιάς έγιναν κάποιοι από τους μεγαλύτερους και πιο αιματηρούς πολέμους στην ιστορία. Ο Τρωικός, για παράδειγμα. Δέκα χρόνια δεν πάλευαν εκεί πέρα για «ένα πουκάμισο αδειανό»; Για το τίποτα δηλαδή, για την σκιά του γαϊδάρου. Πόσοι και πόσοι πέθαναν γι’ αυτό.

14. Την Τροία ακόμα στοιχειώνει η σκιά του Δούρειου Ίππου. Στους αιώνες των αιώνων θα τη στοιχειώνει, μαζί με τη σκιά του Λαοκόοντα.

15. Ακριβώς επειδή έγιναν για την σκιά του γαϊδάρου, ωστόσο, οι πόλεμοι για τους οποίους έλεγα είναι και τόσο μα τόσο παράλογοι. Σαν αυτόν των Νησιών Φώκλαντς στα 80ies, για παράδειγμα, που, όπως είπε ένας γραφιάς τόσες φορές καλύτερος από τούτον ‘δω, «ήταν σαν να μαλώνουν δύο φαλακροί για μια τσατσάρα». Πες το αυτό, όμως, στους μερικούς εκατοντάδες οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους πάνω σ’ εκείνους τους θαλασσοδαρμένους βράχους στον ωκεανό και στις οικογένειές τους που τους θρήνησαν. Τόσες εκατοντάδες ζωές, τόσες εκατοντάδες πορείες και πιθανότητες, χάθηκαν για την σκιά του γαϊδάρου. Όπως στην Τροία, όπως σε τόσα ακόμη μέρη.

16. Είπαμε, όμως: η σκιά είναι κάτι καλό. Δεν αλλάζει αυτό. Ενίοτε την αντιλαμβανόμαστε και ως απόδειξη της αγάπης μας για κάποιον, όταν του λέμε «θέλω σκιά σου να γίνω». Θέλω να είμαι κοντά σου, αλληλένδετος με σένα, πάντα μαζί σου, αχώριστοι να είμαστε – όπως η σκιά σου κι εσύ.

17. Η σκιά κάποτε βγάζει και το αίσθημα της συνεργατικότητας. Στα ζώα το παρατήρησα αυτό. Τα έχετε δει τα κατσίκια και τα πρόβατα τι κάνουν, όταν ο ήλιος ψήνει ό,τι αγγίζει το καλοκαίρι; Μαζεύονται όλα μαζί, κάνουν κύκλο, τεντώνουν μπροστά τα κεφάλια τους και κάθονται εκεί, ακίνητα. Τα σώματά τους καίγονται στον ήλιο, τα κεφάλια τους, ωστόσο, παραμένουν δροσερά κάτω από τις σκιές των σωμάτων και των λαιμών τους. Έτσι σώζονται. Όλα μαζί.

18. Ξέρετε πότε ίσως να γίνεται λίγο κακή η σκιά; «Έπεφτε βαριά πάνω του η σκιά του πατέρα του», λένε για κάποιον. Όταν σε υποχρεώνει μια άλλη σκιά, μια κληρονομιά, ένα παρελθόν μεγάλο, να σταθείς αντάξιος, αυτό καμιά φορά σε πνίγει.

19. «Ζούσε στη σκιά του», είναι μια άλλη φράση που λένε. Κι εδώ η σκιά δεν είναι καλή. Πόσα όνειρα, πόσες μοναδικότητες, πόσες πορείες δεν ματαιώθηκαν έτσι, από την σκιά, που βάρος δεν έχει αλλά κάποιες φορές είναι ασήκωτη.

20. Είναι άδικη η σκιά, καμιά φορά. Εκεί ήθελα να καταλήξω.

21. Οι σκιές δεν είναι άνθρωποι, φυσικά. Καμιά φορά, όμως, οι άνθρωποι γίνονται σκιές. «Ήταν σκιά του εαυτού του», δεν λέμε; Δεν ήταν ο εαυτός του, πια. Ήταν κάτι άλλο, ή κάποιος άλλος; Τι να εννοούμε άραγε;

22. Καμιά φορά, επίσης, οι άνθρωποι γίνονται και «κάτι σκιές, που η μια την άλλη λεν πως ξέρουν και λεν “αγάπη μου”, λεν “αγάπη μου”, με ολόιδιες φωνές», που είπε και ο Φοίβος Δεληβοριάς αγκαλιά με τον σκύλο από το Κολωνάκι.

23. Πάλι, πάντως, δεν μπορώ να μην το ξαναπώ, είναι καλή η σκιά. Καλό είναι, ωστόσο, να μένεις άνθρωπος και να μην γίνεσαι μια σκιά που μόνο μιμείται.

24. Ξαναλέω, όμως. Η σκιά είναι καλή και πάνω απ’ όλα γιατί αποδεικνύει ότι υπάρχει φως. Χωρίς φως δεν υπάρχει σκιά. Αφού υπάρχει φως, συνεχίζουμε, προχωράμε.

25. Λοιπόν, τέλος η φιλοσοφία περί σκιάς. Πάω να το αλαφρύνω λίγο αυτό το Σβάιτσερ. Αν η σκιά μας έπρεπε να έχει εθνικό ύμνο, νομίζω το ιδανικό θα ήταν το «Χορός με τη σκιά μου» του Μάνου Χατζιδάκι.

26. Μόλις έψαξα λίγο και διαπίστωσα ότι το όνομα αυτής της άσκησης, το «Σβάιτσερ», σημαίνει «Ελβετός» στα γερμανικά, γλώσσα προέλευσης της λέξης. Στην Ελβετία σκιά έχουν μπόλικη – ολόκληρες Άλπεις τους σκεπάζουν.

27. Αφού τελειώσω αυτό το κείμενο, ίσως πάω να παίξω με τη σκιά μου. Ψέματα λέω – μάλλον καμιά ταινία θα πάω να δω. Θα βάλω τον «Άνθρωπο Σκιά» με τον Άλεκ Μπάλντουιν. Ωχ!…

28. Θυμάμαι, τόσα και τόσα καλοκαίρια, η μόνη έγνοια της μάνας μου όταν φτάναμε στην παραλία ήταν να βρει έναν «ισκιάκο» να βάλει το αυτοκίνητο από κάτω για «να μην το φάει ο ήλιος». Θέλαμε να πάμε να βουτήξουμε και ψάχναμε πόση ώρα να βρούμε σκιά. Άσε μας ρε μάνα…

29. «Κι αν σε χτυπάμε μέσα απ’ τις σκιές, μην νομίζεις ότι δεν έχουμε το κουράγιο να πολεμήσουμε στο φως». Έτσι είπε ο Zeratul στην Sarah Kerrigan, λίγο πριν εκείνη και το Σμήνος της τον συντρίψουν. Καμιά φορά, το να είσαι παλικάρι δεν αρκεί να σε σώσει από τον όλεθρο – εγώ αυτό κατάλαβα.

30. Νύχτωσε. Τη νύχτα, στο σκοτάδι, οι σκιές μεγαλώνουν, παραμορφώνουν τα αντικείμενα, με τρομάζουν. Ποτέ δεν κοιμόμουν με κάποιο φως ανοιχτό, αλλά η καρδούλα μου το ήξερε πάντα.

Terra Pontica Blues

Αγαπημένη μου Έλια,

Άλλη μία επιστολή μου φεύγει από εμένα κι έρχεται σε σένα. Ελπίζω και προσεύχομαι στους θεούς να σε βρει και να σε βρει καλά.

Σου γράφω. Πάλι. Από ανάγκη. Το ξέρεις. Εδώ, στην εξορία, μόνος κατάμονος στον ξένο τόπο, αποζητώ την Ρώμη, κλαίω για την κακή μου τύχη και δεν έχω κάτι άλλο που να με παρηγοράει. Μόνο το να γράφω. Να δημιουργώ. Οι έγνοιες και οι δυστυχίες με βασανίζουν και η Μούσα είναι πια η μοναδική μου φίλη.

Και γράφω. Ποιήματα, ελεγείες, αναθέματα. Και, μα την Βέστα, επιστολές! Πολλές επιστολές. Σε σένα. Στους φίλους. Στον Αυτοκράτορα τον ασυγκίνητο. Βέβαια, παρότι δημιουργώ, την λύτρωση δεν την βρίσκω. Εγώ τα γράφω, εγώ τα διαβάζω όλα αυτά. Κανείς εδώ δεν μπορεί να με καταλάβει. Κι όταν γράφεις ποιήματα που δεν μπορείς να τα διαβάσεις σε κανέναν, είναι σαν να χορεύεις στο σκοτάδι.

(Παρεμπιπτόντως, Έλιά μου, αυτό το «Σου γράφω πάλι από ανάγκη» είναι ωραίος στίχος, δεν νομίζεις; Θα τον βάλω σίγουρα σε ένα από τα επόμενα ποιήματά μου. Κι αν δεν το κάνω εγώ, εύχομαι κάποιος άλλος ποιητής, σύγχρονός μου ή του μέλλοντος, να τον χρησιμοποιήσει)

Πάει καιρός που έχω φύγει από τη Ρώμη και περιφέρομαι μονάχος, θλιβερός, τόσο μακριά, εδώ, στους Τόμους, στην γη του Πόντου, στα σύνορα, στα πέρατα του κόσμου.

Εδώ η χώρα είναι σκληρή, δύσκολη, αφιλόξενη, παγωμένη. Τρύπα στη γεωγραφία. Οι κάτοικοι ημιβάρβαροι, αλλόθροοι. Οι λίγοι λεγεωνάριοι της φρουράς είναι καλή παρέα, αλλά δεν φτάνει. Δεν με καταλαβαίνουν, όσο κι αν προσπαθούν. Κουρεμένοι σβέρκοι, σπαθιά, πανοπλίες, δόρατα, μόνο πόλεμο ξέρουν, μόνο πόλεμο σκέφτονται. Ξένοι, μακριά μου, κι αυτοί. Κι οι επιδρομές των άλλων βάρβαρων, των γειτόνων φυλών, τόσο συχνές, τόσο καταστροφικές. Κουράστηκα πια.

Προσπάθησα να ενωθώ, με τον τόπο. Έμαθα την βάρβαρή του γλώσσα (ακόμα και ποιήματα έγραψα σ’ αυτήν!), ασχολήθηκα λίγο με την ιστορία και την πολιτική του, αλλά Ρώμη, σπίτι, δεν μου είναι.

Για φαντάσου! Με εξόρισαν! Εμένα! Που όλη η Ρώμη αγαπούσε τα τραγούδια μου. Παρότι τόσα φεγγάρια έχουν περάσει, να το πιστέψω δεν μπορώ. «Ovidius poeta in terra Pontica exulat!», είχαν φωνάξει οι Ρωμαίοι όταν έμαθαν ότι έχω φύγει, θυμάσαι; Πολιτικοί, ποιητές, τραγωδοί, στρατηγοί, απλοί πολίτες, όλοι είχαν στενοχωρηθεί. Ακόμα και τώρα, εκείνη η συγκίνηση και η αγάπη τους με ζεσταίνει.

Αλλά, είναι άδικο, με τον Γιούπιτερ! Είναι άδικο αυτό που έχει γίνει. Δεν θα σταματήσω να το λέω και να εκλιπαρώ να με γυρίσουν σπίτι. Το ξέρεις. Προσπαθώ. Σου το είπα και πιο πάνω – γράφω συχνά γράμματα στη Ρώμη, γράμματα γεμάτα με τα παράπονά μου. Πολεμώ ενάντια στην αδικία με τις επιστολές μου.

Αυτό κάνε κι εσύ, που έμεινες πίσω στη Ρώμη. Πρέπει να το λες το μήνυμά μου συνέχεια. Το ξέρω ότι το λες με όποιον τρόπο και σε όσους μπορείς πίσω στη Ρώμη. Πρέπει να συνεχίσεις. Κι αν αποτύχεις μεγαλειωδώς, δεν πειράζει – θα έχεις τολμήσει μεγαλειωδώς.

Βέβαια, είναι κι οι φορές εκείνες που σκέφτομαι… Τι το ‘θελα κι εγώ να κρύψω, μέσα στα ποιήματά μου, τις φήμες και τα κουτσομπολιά του Αυτοκράτορα; Τι το ‘θελα να γράφω για του έρωτα το μεγαλείο σε καιρούς που οι Άρχοντες προστάζουν εγκράτεια και ηθική; Τι το ‘θελα να ακούσω το κάλεσμα της Μούσας; Αλλά, πάντα διώχνω αμέσως αυτές τις σκέψεις. Εγώ ό,τι μου έλεγε η Μούσα έκανα.

Γι’ αυτό με έδιωξαν. Να το ξέρεις. Δεν το είπαν ποτέ, αλλά αυτό είναι. Μην ακούς εκείνους που λένε ότι είχα, δήθεν, εμπλακεί στους ανταγωνισμούς για την διαδοχή του Αυτοκράτορα. Είναι ψέματα. Για όσα έγραψα με έδιωξαν. Δεν μου τα συγχώρεσαν ποτέ.

Τελικά, ξέρεις τι κατάλαβα, τώρα που τα έχω δει όλα αυτά τόσες φορές από τόσο μακριά; Καμιά φορά, όταν η Τέχνη τα βάζει με τους Άρχοντες, τόσο το χειρότερο για την Τέχνη. Ελπίζω, μα τον Νεπτούνους, σε έναν κόσμο που εμείς θα μιλάμε με την Μούσα χωρίς οι Άρχοντες να μπορούν να μας σιωπήσουν.

Τουλάχιστον τα έργα μου ακόμα τα διαβάζουν, έτσι δεν είναι; Όχι από τις βιβλιοθήκες, φυσικά. Τα απέσυραν από εκεί. Ιδιωτικά, όμως, ακόμα κυκλοφορούν. Κάτι είναι κι αυτό. Ακόμα ζω σ’ αυτήν την πόλη και στην ψυχή της, έστω και έτσι, μέσω της Μούσας. Είναι μία νίκη.

Τελείωσε η επιστολή μου. Πολλά έγραψα πάλι. Σε κούρασα. Με συγχωρείς. Αλλά, το ξέρεις, θα συνεχίσω να γράφω. Σε σένα. Στους φίλους. Στον Αυτοκράτορα. Θα συνεχίσω να εκλιπαρώ, να παλεύω, να ελπίζω. Και, που ξέρεις; Μπορεί αυτό που θέλουμε, η επιστροφή μου στη Ρώμη, να γίνει. Η σταγόνα ανοίγει τρύπα στον βράχο. Γι’ αυτό θα συνεχίσω. Κι εσύ να συνεχίσεις. Να αντέξεις.

Χαίρε!

Οβίδιος

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ovidius poeta in terra Pontica exulat. Epistulas Romam scriptitat. Epistulae plenae querelarum sunt. Romam desiderat et fortunam adversam deplorat. Narrat de incolis barbaris et de terra gelida. Poetam curae et miseriae excruciant. Epistulis contra iniuriam repugnat. Musa est unica amica poetae.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα αυτό το έγραψα στο πλαίσιο του Εαρινού Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής που διοργανώνει ο Γελωτοποιός. Το κείμενο είναι δημοσιευμένο και στο blog του Γελωτοποιού, μπορείτε να το δείτε εδώ.

21 Φεβρουαρίου, Παγκόσμια Ημέρα Μητρικής Γλώσσας

«Κάθε δύο εβδομάδες πεθαίνει μια γλώσσα.

Ο κόσμος μικραίνει όταν χάνονται ανθρώπινες λέξεις, όπως όταν χάνεται η ποικιλία των φυτών και των ζώων του.

Το 1974 πέθανε η Άνχελα Λόιχ, μια από τις τελευταίες Ινδιάνες της φυλής Όνα στη Γη του Πυρός, εκεί κάτω στα πέρατα του κόσμου. Ήταν η τελευταία που μιλούσε τη γλώσσα της.

Η Άνχελα τραγουδούσε μονάχη, χωρίς κανέναν ακροατή, σε μία γλώσσα που κανείς πλέον δεν τη θυμόταν:

Ακολουθώ τα χνάρια εκείνων

που έφυγαν.

Έχω χαθεί.

Τα παλιά χρόνια οι Όνα λάτρευαν πολλούς θεούς. Ο ανώτερος θεός ονομαζόταν Πεμάουλκ.

Πεμάουλκ σήμαινε Λέξη».

(Εντουάρντο Γκαλεάνο, «Γυναίκες»).

Να γίνεσαι η πατρίδα που νοσταλγεί κάποιος

(Έγραψε η Κατερίνα Γκαράνη)

Ακόμα κι αν η Ιθάκη είχε γκρεμιστεί συθέμελα, ακόμα κι αν η Πηνελόπη είχε φύγει με άλλον για άλλο νησί, ο Τηλέμαχος είχε φύγει για δικό του ταξίδι στον κόσμο, μόνο ο σκύλος Άργος θα ήταν αυτός που στην ιστορία δεν θα άλλαζε ρόλο.

Ο Όμηρος τού έδωσε τον σημαντικότερο ρόλο στην Οδύσσεια και ρόλο σχεδόν αόρατο, άλλο που ως άνθρωποι ψάχνουμε τα υψηλότερα νοήματα μέσα στο έργο.

Ουσιαστικό για τον Όμηρο δεν είναι μόνο να νοσταλγείς την πατρίδα σου, ουσιαστικό επίσης είναι να γίνεσαι η πατρίδα που νοσταλγεί κάποιος. Να νικά ακόμα και τον χρόνο ζωής που του καθόρισε η Φύση περιμένοντας στωικά για να σε δει μία τελευταία φορά.

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα

Πετριχώρ

Ως πετριχώρ ή πετριχώρας ονομάζεται η οσμή που αναδύεται από το έδαφος όταν πέφτουν πάνω του οι σταγόνες της βροχής.

Η ετυμολογία της λέξης προκύπτει από των συνδυασμό των ελληνικών λέξεων πέτρα και ιχώρ (κατά την ελληνική μυθολογία ο ιχώρας ήταν το χρυσό υγρό που έρεε στις φλέβες των θεών αντί αίματος).

Verschlimmbessern

Στα γερμανικά υπάρχει το σύνθετο ρήμα verschlimmbessern.

Προέρχεται από τα ρήματα verschlimmern (χειροτερεύω κάτι) και verbessern (καλυτερεύω κάτι).

Τι σημαίνει; Κάνω κάτι χειρότερο, σε μία έντιμη, αλλά τελικά αποτυχημένη, προσπάθεια να το βελτιώσω.

Όπως, ας πούμε, όταν πας να φτιάξεις το πόμολο της πόρτας και πέφτει όλο το κάσωμα.

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον

Δεν έχω κάποιον «αγαπημένο» ποιητή. Άλλωστε, όταν ταυτίζεσαι, ετεροπροσδιορίζεσαι κι αυτό ποτέ δεν μου άρεσε.

Αν, πάντως, θα έπρεπε να διαλέξω τον ποιητή εκείνο που, ας πούμε, προτιμώ να διαβάζω, θα έλεγα τον Κωνσταντίνο Καβάφη, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα (29 Απριλίου) το 1863 ενώ, κατά μία αξιοσημείωτη σύμπτωση, πέθανε την ημέρα των γενεθλίων του, το 1933.

Κι αν θα έπρεπε να διαλέξω το ποίημα του Καβάφη που μου αρέσει περισσότερο, θα επέλεγα το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», το οποίο αναφέρεται στην πολύ μεγάλη σημασία που έχει η διατήρηση της αξιοπρέπειας μπροστά στην απώλεια.

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου πού ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
πού βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια πού φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πώς ήταν
ένα όνειρο, πώς απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν πού ταιριάζει σε πού αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια πού χάνεις.

Το Χρυσό Πουλί (Kin no tori)

Απαντώντας κάποτε σε σχετική πρόσκληση για blog-o-παίχνιδο, την οποία μου είχε στείλει ο Άνθρωπος του Μετρό, είχα κάνει λίστα με τα δέκα αγαπημένα μου cartoons (τα λένε και «παιδικά») που έβλεπα πιτσιρίκι.

Η λίστα είναι πλήρης – ή, μάλλον, όχι. Στο Νο6 αναφέρω μόνο σπαράγματα από την υπόθεση μιας ταινίας κινουμένων σχεδίων που έπαιζε πολύ συχνά στο (λατρεμένο) Junior’s TV, επειδή δεν μπορούσα να θυμηθώ ποια είναι.

Τελικά, χρόνια αργότερα (και μετά από ψάξιμο), τη βρήκα!

Επρόκειτο για μία ιαπωνική ταινία του 1987, ο τίτλος της οποίας είναι Το Χρυσό Πουλί (στα ιαπωνικά, Kin no tori) ενώ, επί της ουσίας, ήταν μία κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου παραμυθιού των Αδελφών Γκριμ.

Η υπόθεση, πήγαινε έτσι. Ένας βασιλιάς είχε μία χρυσή μηλιά και κάποια στιγμή ανακάλυψε ότι κάποιος κλέβει μήλα από αυτή. Έβαλε, λοιπόν, τους τρεις γιους του να φυλάνε το δέντρο για να ανακαλύψουν ποιος βουτάει τα μήλα. Εν τέλει, ο μικρότερος γιος, ο Χανς, που είναι και ο πρωταγωνιστής της ταινίας, ανακαλύπτει ότι τα μήλα κλέβει ένα χρυσό πουλί. Μετά την ανακάλυψη, ο βασιλιάς στέλνει τα τρία βασιλόπουλα να βρουν το χρυσό πουλί, αλλά εκεί αρχίζουν τα προβλήματα, καθώς το πολύτιμο πτηνό ανήκει σε μία κακιά μάγισσα, που έχει στην κατοχή της μια ατελείωτη στρατιά από ρομπότ. Στην πορεία του έργου γνωρίζουμε κι άλλους σημαντικούς χαρακτήρες που ο κάθε ένας παίζει σημαντικό ρόλο στην πλοκή: μία ομιλούσα αλεπού, ένα γιγάντιο πουλί που… μπεκροπίνει, έναν κακό βασιλιά που συνεργάζεται με την μάγισσα και μία πριγκίπισσα, η οποία, καλά μαντέψατε, είναι το love interest του Χανς στην ταινία.

Η υπόθεση της ταινίας, η ατμόσφαιρά της, οι, αρκετές, αστείες ατάκες της, αλλά και πολλές επιμέρους λεπτομέρειές της, μου έχουν μείνει και τις θυμάμαι ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά. Λ.χ., το σπαθί του Χανς ήταν τεράστιο, πιο μεγάλο και από τον ίδιο, σε μία σκηνή ακούγεται μια ΤΡΑΓΟΥΔΑΡΑ η οποία έχει catchphrase «Σιγά τ’ αυγά! Η μάγισσα, φυσικά!» (catchphrase, που ακουγόταν πολύ στην παιδική μου παρέα!), ενώ το γιγάντιο πουλί ήταν τελείως ξεπουπουλιασμένο και για να πετάξει έπρεπε να… τα πιει!

Στην ελληνική μεταγλώττιση του φιλμ συμμετείχαν τέσσερις πολύ γνωστοί ηθοποιοί: η Ράνια Ιωαννίδου (η «παπαδιά» του «Καφέ της Χαράς», η οποία δάνειζε την φωνή της στον πρωταγωνιστή Χανς), ο Γιώργος Βασιλείου (ναι, ο «Ταξίαρχος Θεοχάρης» του «Καλημέρα Ζωή» – ο Βασιλείου, που έχει φύγει πια από τη ζωή, είχε συμμετάσχει σε πολλές μεταγλωττίσεις καρτούνς), ο Ντίνος Καρύδης και η Λέτα Μουσούτη.

Βρήκα την ταινία ανεβασμένη στο YouTube, σε εξαιρετική ανάλυση.