«Σκέψου θετικά!»: το σύγχρονο δόγμα με τις λανθάνουσες παγίδες

Μία δριμεία κριτική στην «θετική σκέψη», που φαίνεται να κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στη σύγχρονη πραγματικότητα ως στάση ζωής.

Ομιλία της Αθηνάς Δεσύπρη, στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Κοινότητας Ανάλυσης Συμπεριφοράς (30 Νοεμβρίου – 1 Δεκεμβρίου 2019) στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Αγάπη είναι…

Η αγάπη είναι πράξη.

Ούτε λόγια, ούτε θεωρίες.

Όταν αγαπάς κάποιον, κάνεις κάτι γι’ αυτόν.

Είναι τόσο απλό.

Η πλάνη του Τίμωνα

Δίκιο είχε ο Τίμων ο Αθηναίος, ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως «ο Μισάνθρωπος»; Για τη μισανθρωπία του, εννοώ.

Η ιστορία του, λίγο πολύ γνωστή. Έζησε την εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου, ήταν αρκετά πλούσιος και γαλαντόμος αλλά μαζί και καλόκαρδος και εύπιστος, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να του «κολλήσουν» ένα σωρό κόλακες, συμφεροντολόγοι και παρασιτικοί τύποι οι οποίοι τον εκμεταλλεύθηκαν και του έφαγαν όλη την περιουσία ενώ, όταν αυτό συνέβη, του γύρισαν και την πλάτη.

Η απάντησή του; Την έκανε, απένταρος πια, πήγε στον Υμηττό, σε ένα μικρό κτήμα που είχε εκεί και τους μίσησε όλους και όλα με λύσσα και σκληρότητα, πλήρως αποστασιοποιημένος από την κοινωνία. Μάλιστα, όσους έκαναν το λάθος να έρθουν στην καλύβα του τους έδιωχνε με τις κλωτσιές. Τότε ήταν που οι συνάνθρωποί του τον έβγαλαν μισάνθρωπο και το παρατσούκλι αυτό του έμεινε. Ούτε όταν πέθανε δεν έπαψε να μισεί τους άλλους – η επιτύμβια επιγραφή του μνήματός του, που αποδίδεται σε εκείνον και λέγεται ότι ο ίδιος την έγραψε, έλεγε: «Αφήνοντας μια άθλια ζωή, αναπαύομαι εδώ. Το όνομά μου δεν πρόκειται να το μάθετε και να πάτε στον κόρακα».

«Πλείστοι άνθρωποι κακοί», που έλεγε και ένας άλλος αρχαίος, ο Βίας ο Πριηνεύς – αυτός δεν ήταν μισάνθρωπος αλλά ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, άρα κάτι θα ήξερε. Αυτό είναι η πραγματικότητα: πολλοί άνθρωποι είναι μαλάκες, κακοί, ειδεχθείς με πάμπολλους διαφορετικούς τρόπους, κάτι που, στην ενήλικη ζωή μας, αρκετοί το καταλαβαίνουν συνοδεία μπόλικης πίκρας και απογοήτευσης.

Η μισανθρωπία και ο αναχωρητισμός, ωστόσο, είναι η απάντηση σ’ αυτό το πρόβλημα; Νομίζω πως όχι.

Με τον καιρό κατάλαβα ότι η μισανθρωπία είναι μάλλον μία αδυναμία, τίποτα περισσότερο. Η αδυναμία να αποδεχθείς τους ανθρώπους για αυτό που πράγματι είναι, ήτοι ατελή, προβληματικά, τρωτά, ευάλωτα, έρμαια της μικροπρέπειας, των παρορμήσεων και των επιθυμιών τους, διαπράττοντα συνεχώς σφάλματα κι εν τέλει, επί της ουσίας, αδύναμα, όντα.

Επίσης, ούτε ο αναχωρητισμός, η παραίτηση από τον κόσμο, οδηγεί κάπου. Ο άνθρωπος ήταν, παραμένει και θα είναι ζώο κοινωνικό, ζώο αγέλης, που έχει ανάγκη τα άλλα μέλη της αγέλης για να επιβιώνει. Ακόμα και αν πας να γίνεις ερημίτης σ’ ένα βουνό, σαν τον Τίμωνα καλή ώρα, σε περίπτωση που σε πονέσει το πόδι σου θα χρειαστείς έναν γιατρό, άρα πάλι θα έχεις ανάγκη τους άλλους – τόσο απλά. Για την ακρίβεια, έτσι την έπαθε ο ίδιος ο φουκαράς ο Τίμων: σε μεγάλη ηλικία πια έπεσε από ένα δέντρο, χτύπησε άσχημα αλλά δεν θέλησε να φέρει έναν γιατρό (λόγω της μισανθρωπίας του, φυσικά) και τελικά έπαθε γάγγραινα και πέθανε. Άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να υπάρξει. Είμαστε εξαρτημένοι ο ένας από τον άλλον. Χώρια που δεν είναι σωστό ούτε από φιλοσοφικής άποψης να μείνεις μόνος σου, μακριά απ’ όλους – ίσως κάποτε γράψω κάποια πράγματα που έχω σκεφτεί γι’ αυτό.

Οπότε, το συμπέρασμα είναι ότι ούτε η μισανθρωπία ούτε η παραίτηση από τον κόσμο έχουν, ουσιαστικά, νόημα.

Αυτό, μάλλον, το είχαν καταλάβει και οι σύγχρονοι του Τίμωνα, γι’ αυτό και διαρκώς τον σχολίαζαν και τον κορόιδευαν (όπως, π.χ., ο Αριστοφάνης, που τον σατίρισε στις κωμωδίες του «Λυσιστράτη» και «Όρνιθες»)…

Το ταξίδι της ζωής σε μια φωτογραφία

Γύρω γύρω, η θάλασσα της Ανυπαρξίας. Κατασκότεινη και σιωπηλή.

Κάποιο αόρατο χέρι μας τραβά έξω από τα νερά της (σε μία ξεκάθαρη πράξη βίας – κανείς μας δεν το διάλεξε να γεννηθεί) και μας βάζει πάνω στη σχεδία της Ζωής.

Περπατάμε πάνω στη σχεδία. Ζούμε. Για όσο μας μέλλει.

Το τέλος της σχεδίας είναι αναπόφευκτο – γι’ άλλους έρχεται νωρίτερα και γι’ άλλους αργότερα.

Όταν έρθει, φοράμε το καλό μας το κοστούμι, κρατάμε στο χέρι μια βαλίτσα που περιέχει όλα όσα ζήσαμε, δεν ζήσαμε, θελήσαμε, δεν θελήσαμε, καταφέραμε, δεν καταφέραμε, αγαπήσαμε, ζηλέψαμε, μισήσαμε, παίρνουμε το καπελάκι μας κι ένα άλλο αόρατο χέρι μάς τραβά και μας ρίχνει εκεί από όπου προήλθαμε. Πίσω στην Ανυπαρξία.

Man with suitcase

(Αυτά σκέφτηκα, βλέποντας αυτήν την υπέροχη φωτογραφία στην γκαλερί φωτογραφίας «Phos Gallery», στο Χαλκί της Νάξου)

Ελπίδα

«Να θυμάσαι, Ρεντ. Η ελπίδα είναι καλό πράγμα. Ίσως το καλύτερο απ’ όλα τα πράγματα. Και κανένα καλό πράγμα δεν πεθαίνει ποτέ», είπε ο Άντι στον φίλο του σε εκείνη την πολύ καλή ταινία.

Αυτό είναι η ελπίδα, άραγε; Κάτι πραγματικά τόσο καλό; Πολύς κόσμος αυτό ακριβώς πιστεύει. Εγώ, πάλι, θεωρώ ότι, από μόνη της, έτσι απλή, η ελπίδα δεν είναι τίποτε περισσότερο από αέρας κοπανιστός. Γιατί, στην ουσία, στη βάση της, αυτό ακριβώς είναι.

Όταν ελπίζεις, τι κάνεις ακριβώς; Επενδύεις, ποντάρεις, ένα, πολλές φορές πολύ μεγάλο, συναισθηματικό κεφάλαιο και περιμένεις τα κέρδη σου, που είναι κάτι το οποίο θα γίνει στο μέλλον. Μόνο που, το μέλλον, όπως εξάλλου και το παρελθόν, δεν υπάρχουν.

Το παρελθόν μας έχει αφήσει, δεν γίνεται να επιστρέψουμε σε αυτό, δεν υπάρχει. Το μέλλον, απ’ την άλλη, δεν έχει έρθει ακόμα, δεν γίνεται να το προβλέψουμε για να ξέρουμε τι θα συμβεί, επίσης δεν υπάρχει.

Και ειδικά για το μέλλον, μην ξεχνάμε ότι, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει και δεν μπορούμε να το προβλέψουμε, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τους, λίγους ή πολλούς, αστάθμητους παράγοντες που μπορεί να παρέμβουν ανάμεσα σε εμάς και τα σχέδια, τους στόχους και τα «θέλω» μας και να τα καταστρέψουν όλα! Δεν χρειάζεται, άλλωστε και πολύ. Μια μικρή αλλαγή, ένα μικρό λάθος, μια μικρή αβλεψία, μια μικρή ολιγωρία, λίγο να ανακατευτούν τα πράγματα, λίγο να μην πάνε έτσι όπως είχαμε υπολογίσει, ένα μικρό γρανάζι να «κολλήσει» και η ελπίδα γίνεται λεπίδα που μας κόβει την ψυχή, το οικοδόμημα όσων θελήσαμε γκρεμίζεται (μαζί του και η ελπίδα να τα αποκτήσουμε).

Τι υπάρχει; Μόνο η πραγματικότητα, η οποία εκτυλίσσεται στο τώρα, τη στιγμή που μιλάμε, στο παρόν. Ούτε στο παρελθόν, ούτε στο μέλλον.

Άρα, τι πρέπει να κάνουμε; Να δρούμε, να προετοιμαζόμαστε, να χτίζουμε, να δημιουργούμε, στο εδώ και τώρα.

Μόνο έτσι η ελπίδα αποκτά ένα νόημα. Μόνο έτσι οι πιθανότητες όσα ελπίζουμε να πραγματοποιηθούν θα αυξηθούν, αν έχουμε δουλέψει και χτίσει στο παρόν. Μόνο έτσι η ελπίδα θα πεθαίνει τελευταία (κι όχι πρώτη).

«Φώτισε το αύριο με το σήμερα», που είπε και η Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ.

Το μουσείο της χθεσινής βλακείας

Το έχω παρατήσει πια αυτό το blog.

Κάποτε το γέμιζα με σκέψεις μου και posts. Αλλά, απ’ όταν οι χίλιες καθημερινές ανάγκες, σαν πεινασμένα αγριόσκυλα, άρχισαν να ξεκολλάνε κι ένα κομμάτι από τον χρόνο μου, σιγά σιγά το άφησα. Απλά πράγματα.

Καμιά φορά, όμως, το επισκέπτομαι. Διαβάζω τυχαία posts. Σκέψεις, απόψεις, ανησυχίες, του χθες. Κι εδώ είναι το θέμα: ότι, ενώ διαβάζω, αναρωτιέμαι, τι σαχλαμάρες σκεφτόμουν κι έγραφα κι ένιωθα τότε;

Σε καμία περίπτωση ο εαυτός που είμαι τώρα (γιατί πολλούς εαυτούς είχαμε, ακόμα και πέρυσι άλλοι άνθρωποι ήμασταν) δεν θα σκεφτόταν, δεν θα έγραφε, δεν θα ένιωθε, πολλά από τα πράγματα που κάποτε αποτύπωνα στα κείμενά μου σ’ αυτό εδώ το blog. Ακόμα και το στυλ των κειμένων, το στυλ του τότε γραψίματός μου, με κάνει να γελάω κάποιες φορές, όταν διαβάζω παλιά μου κείμενα (εδώ και αλλού).

Και συνέχεια λέω «Τώρα; Δεν θα το ένιωθα/έγραφα/πίστευα/σκεφτόμουν αυτό!». Νομίζω, οι περισσότεροι, λίγο πολύ, γελάμε κι απορούμε με τους παλιούς εαυτούς μας, μ’ αυτά που κάποτε ήμασταν.

Να, λοιπόν, ένας από τους λόγους για τους οποίους κρατάω ακόμα αυτό το blog. Θέλω να το έχω σαν μουσείο των ανθρώπων που υπήρξα. Για να γελάω με αυτούς, τη βλακεία τους και τα κακογραμμένα κείμενά τους, φυσικά.

Α, και για να ανεβάζω κανένα κείμενο πότε πότε. Να ‘χουν ακόμα πιο πολύ υλικό να διαβάζουν και να γελάνε οι μελλοντικοί εαυτοί μου.

Καθαρή ήττα

«Δεν μου ήταν ποτέ εύκολο να συνεννοηθώ με άνθρωπο. Ούτε μπορούσα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι ήταν τόσο διαφορετικοί από εμένα. Αυτό βέβαια ήταν πολύ αφελές από τη μεριά μου, αλλά και πολύ χρήσιμο. Γιατί με είχε σε μια μόνιμη ταραχή, σε μια διαρκή διαμαρτυρία και σ’ ένα πολύ γόνιμο παράπονο.. Από την άλλη, είχα μια ευγένεια η οποία με κατέστρεψε απολύτως! Εμπόδισε δηλαδή τη ζωή μου να πάρει το δρόμο της. Υπέμεινα πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να υπομείνω, με το αιτιολογικό μιας ευγένειας ότι θα πίκραινα, ότι θα πείραζα, ότι θ’ αναστάτωνα των άλλων τη ζωή. Αυτό ήταν μία ήττα. Καθαρή ήττα».

Κική Δημουλά