Ποδόσφαιρο και διπλωματία

Το παρακάτω κείμενο είναι μία από τις εργασίες που εκπόνησα κατά τη διάρκεια της φοίτησής μου στο τμήμα Ε.Μ.Μ.Ε. (Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης) του Ε.Κ.Π.Α.

Ο πλήρης τίτλος της εργασίας είναι «Ποδόσφαιρο και διπλωματία: Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις από το 1912/13 έως το 1958 (με αφορμή τον αγώνα Ολυμπιακός-Μπεσικτάς του 1958)».

Εισαγωγή

Οι σχέσεις της Ελλάδας με τους γείτονές της, βορείους, εξ Ανατολών και Δύσης, ήταν, στη μεγαλύτερη διάρκεια της ιστορίας της, τεταμένες. Αυτές οι διαμάχες και η έκβασή τους, θετική ή αρνητική για την Ελλάδα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι διαμόρφωσαν την εικόνα που έχει η χώρα μας σήμερα, πληθυσμιακά, γεωγραφικά, πολιτισμικά και πολιτικά.

Ο αθλητισμός στη χώρα μας δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος από την διπλωματική και πολιτική σχέση της Ελλάδας με τους γείτονές της (όπως και ο εν γένει δημόσιος βίος στη χώρα). Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο της την παρουσίαση και το σχολιασμό του πολιτικού και διπλωματικού υποβάθρου ενός αμιγώς αθλητικού γεγονότος, και δη ποδοσφαιρικού και διεθνούς.

Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα το έτος 1958, και καταδεικνύει την τότε (ακόμα) μη αγαστή σχέση της Ελλάδας με τον «άσπονδο γείτονα και φίλο» της, την Τουρκία. Ένας επιπλέον λοιπόν σκοπός της εργασίας μας είναι και το να καταδείξει το πώς οι πολιτικές και διπλωματικές ζυμώσεις της εποχής οδήγησαν στο να συμβεί αυτό το γεγονός.

Το «σώμα» της εργασίας θα χωριστεί σε τρία (3) τον αριθμό κεφάλαια: μέσα από την παρουσίαση (αρχικά) εν συντομία του αθλητικού γεγονότος αυτού καθ΄ αυτού (1ο κεφάλαιο), θα ακολουθήσει η παρουσίαση και ο σχολιασμός του πολιτικού και διπλωματικού υποβάθρου της εποχής (2ο κεφάλαιο), για να κλείσει η εργασία μας με τα συμπεράσματα και την αποτίμηση των όσων περιγράψαμε και αναλύσαμε (3ο κεφάλαιο – συμπερασματικό).ι σχέσεις της Ελλάδας με τους γείτονές της, βορείους, εξ Ανατολών και Δύσης, ήταν, στη μεγαλύτερη διάρκεια της ιστορίας της, τεταμένες. Αυτές οι διαμάχες και η έκβασή τους, θετική ή αρνητική για την Ελλάδα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι διαμόρφωσαν την εικόνα που έχει η χώρα μας σήμερα, πληθυσμιακά, γεωγραφικά, πολιτισμικά και πολιτικά.

Κεφάλαιο πρώτο

Σύντομη παρουσίαση του αθλητικού γεγονότος

Στο πλαίσιο του 4ου Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, το οποίο τότε βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα, ο πρωταθλητής Ελλάδας Ολυμπιακός Πειραιώς δηλώνει συμμετοχή στη διοργάνωση.

Η κληρωτίδα τον φέρνει αντιμέτωπο, στον προκριματικό γύρο της διοργάνωσης, με την τουρκική Μπεσίκτας Κωνσταντινούπολης. Κανένα όμως από τα δύο προγραμματισμένα μεταξύ τους παιχνίδια δεν έγινε, διότι «η ελληνική ομάδα δεν αγωνίστηκε για εθνικούς λόγους».[1]

Οι «εθνικοί λόγοι» αυτοί, σαφώς και είχαν να κάνουν με τις διπλωματικές σχέσεις που είχαν τότε οι δύο χώρες, οι οποίες ανάγκασαν τον Ολυμπιακό να παραιτηθεί των αγώνων του. Οι σχέσεις των δύο χωρών τότε ήταν τεταμένες, και οι «ερυθρόλευκοι» του Πειραιά αρνήθηκαν να ταξιδέψουν στην Κωνσταντινούπολη. Αντ΄ αυτού, πρότειναν να γίνουν και τα δύο παιχνίδια στο ουδέτερο Βελιγράδι. Η τουρκική ομάδα όμως δεν αποδέχθηκε αυτήν την πρόταση, και, με δεδομένη την εμμονή του Ολυμπιακού να μην αγωνιστεί εναντίον των Τούρκων, η U.E.F.A. (σ.σ. Ένωση Ευρωπαϊκών Ομοσπονδιών Ποδοσφαίρου, η διοργανώτρια αρχή του Κυπέλλου, δηλαδή) «μηδένισε» την ελληνική ομάδα, δίνοντας την πρόκριση χωρίς αγώνες στην Μπεσίκτας.

Πάντως, παρά τον «μηδενισμό» του Ολυμπιακού, η U.E.F.A. έπραξε έτσι, ώστε «δεν επεβλήθησαν (σ.σ. σοβαρές) κυρώσεις»[2] στην ελληνική ομάδα. Κι αυτό, διότι, τότε, αφ΄ ενός το Κύπελλό της βρισκόταν ακόμα σε αρχέγονο στάδιο (άρα επιτρεπόταν ακόμα το να μην αγωνιστούν, για διάφορους λόγους, οποιεσδήποτε ομάδες), και αφ΄ ετέρου σεβάστηκε τους λόγους για τους οποίους παραιτήθηκε η ελληνική ομάδα.

Αναζητώντας πληροφορίες και στις εφημερίδες της εποχής, κυρίως στις αθλητικές, ανακαλύψαμε και πώς παρουσιάστηκε το γεγονός στον Τύπο της εποχής. Παραθέτουμε απόσπασμα από κείμενο της «Αθλητικής Ηχούς» (30-7-1958)[3]: «Τελικώς το συμβούλιον (σ.σ. της ομάδας του Ολυμπιακού) απεφάσισε να μη μετάσχη των αγώνων του Κυπέλλου, ήτοι να μην αντιμετωπίσει εις ουδέτερον γήπεδον της Γιουγκοσλαβίας ή της Βουλγαρίας την τουρκικήν πρωταθλήτριαν Μπεσίκτας […]. Η αρχική απόφασις συμμετοχής ελήφθη με σκοπόν να δοθή η ευκαιρία εις τους Έλληνας φιλάθλους να παρακολουθήσουν τν πρωταθλ΄τριαν Ελλάδος, αγωνιζομένην εντός της Ελλάδος, με μίαν ξένην ομάδα και δι΄ ένα υψίστης σημασίας σκοπόν. Η κλήρωσις όμως η οποία έφερεν αντιμετώπους τον Ολυμπιακόν και την Μπεσίκτας, περιώρισεν εις το ελάχιστον τον σκοπόν αυτόν, διότι λόγω της εντάσεως των ελληνοτουρκικών σχέσεων, οι αγώνες δεν είναι δυνατόν να διεξαχθούν εις ελληνικόν και τουρκικόν γήπεδον».

Βλέπουμε λοιπόν και μέσω του Τύπου, έστω και μ΄ αυτό το ισχνό παράδειγμα, το πώς αντιμετωπίστηκε η απόφαση του Ολυμπιακού να μην κατέβει ν΄ αγωνιστεί αντίπαλος της Μπεσίκτας: ως απόφαση που στηρίχθηκε σε «εθνικούς λόγους», λόγω των τεταμένων σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας, στα επόμενα κεφάλαια, θα καταδείξουμε το γιατί ήταν τεταμένες οι σχέσεις των δύο αυτών χωρών.

Κεφάλαιο δεύτερο

Το πολιτικό και διπλωματικό υπόβαθρο των ελληνοτουρκικών σχέσεων (1912/13 – 1958)

Οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας ήταν για πολλά χρόνια σε κρίση, από τους οθωμανικούς χρόνους ακόμα. Ως γνωστόν, ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων έναντι των Τούρκων έφερε τις σχέσεις των δύο χωρών, μετά τη λήξη του, σε ένα στάδιο ακόμα μεγαλύτερης έντασης. Εμείς, στην παρούσα εργασία, θ΄ αρχοληθούμε με τις ελληνοτουρκικές (διπλωματικές) σχέσεις απ΄ τις αρχές περίπου του 20ου αιώνα μέχρι το 1958, όταν και συμβαίνει το αθλητικό γεγονός που πήραμε ως βάση για ν΄ ασχοληθούμε με το θέμα μας.

Περίοδος 1912-1923

Η συγκυρία των Βαλκανικών Πολέμων (1912) ήταν εκείνη που έφερε, στις αρχές του 20ου αιώνα, την Ελλάδα και την Τουρκία σε αμείωτης έντασης προστριβές. Οι απανωτές τουρκικές ήττες στη Μακεδονία, τη Θράκη, αλλά και η απώλεια της Λέσβου, της Χίου και της Σάμου, προκάλεσαν την οργή των Νεοτούρκων,[4] και συνακόλουθα την αποστροφή τους προς την Ελλάδα. Από παλαιότερα, βέβαια, υπήρχε ο διαχωρισμός της τουρκικής κοινωνίας σε ισλαμική και μη ισλαμική, και, με τους Έλληνες να ανήκουν στην δεύτερη κατηγορία και να κυριαρχούν οικονομικά και πολιτικά στην γείτονα χώρα, οι Τούρκοι ένιωθαν ακόμα περισσότερο φόβο και οργή για τους «Γιουνάνηδες», αφού τους έβλεπαν ως επίφοβους ανταγωνιστές τους – τα εχθρικά τους αυτά αισθήματα λοιπόν εντάθηκαν εξ αιτίας των νικών των Ελλήνων στους Βαλκανικούς.

Από την άλλη, οι Έλληνες, «κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας (σ.σ. 1821), ονειρεύονται ή νοσταλγούν την αναβίωση του προηγούμενου ελληνο-βυζαντινού κράτους. Το όνειρο αυτό, γνωστό ως “Μεγάλη Ιδέα”, θα επιβληθεί έναντι μιας βραδέως διαλυόμενης οθωμανικής αυτοκρατορίας. […] Επιτυχή κορύφωση της μεγάλης Ιδέας αποτέλεσαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, το 1912-13 με την προσάρτηση της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Κρήτης και των μεγάλων νησιών του Αιγαίου».[5]

Βλέπουμε, λοιπόν, από την μία την έντονη εχθρότητα (ίσως και τον φόβο) των Νεοτούρκων (ή Τούρκων αργότερα) για τους Έλληνες και για το κάθε τι ελληνικό στην δική τους επικράτεια, υποβοηθούμενο και από την έξαρση (εκείνη την εποχή) του τουρκικού εθνικισμού, και από την άλλη τις τάσεις αναδημιουργίας από πλευράς Ελλήνων του «ένδοξου παρελθόντος» και της λύτρωσης των αλύτρωτων και ακόμη σκλάβων αδελφών και εδαφών. Αυτές οι δύο τάσεις, αντιμαχόμενες και με διαφορετικά συμφέροντα, έφεραν τα πρώτα σημάδια σύγκρουσης μεταξύ των δύο χωρών που ανιχνεύουμε στον ταραγμένο απ΄ την έναρξή του ακόμα 20ο αιώνα. Οι έντονες διαμάχες Ελλάδας και Τουρκίας συνεχίστηκαν και κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, με κύριο στόχο τους την όλο και μεγαλύτερη προσάρτηση απ΄ τη μία ή την άλλη περισσότερων εδαφών. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό το ότι στα Βαλκάνια έγιναν μερικές απ΄ τις πιο σφοδρές συγκρούσεις του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου.

Το 1918, ο πόλεμος στο βαλκανικό τομέα τερματίστηκε, με την ανακωχή του Μούδρου, η οποία σήμανε και την έναρξη κατακερματισμού των οθωμανικών εδαφών.[6] Η Ελλάδα είχε καταφέρει να αποσπάσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερα οφέλη, εν αντιθέσει με την Τουρκία – η επιτυχία αυτή της Ελλάδας αποτυπώθηκε πιο εύγλωττα και στην ευνοϊκότατη γι΄ αυτήν συνθήκη των Σεβρών (1920), η οποία της παραχωρούσε πάρα πολλά νέα εδάφη, σε Θράκη και Μικρά Ασία. Αυτή η συνθήκη, από τουρκικής πλευράς, φούντωσε ακόμα περισσότερο τον εθνικισμό των Τούρκων, που, με ηγέτη τους τον γνωστό Κεμάλ Ατατούρκ, αρνήθηκαν ν΄ αναγνωρίσουν τη συνθήκη των Σεβρών,[7] και, όταν αργότερα στη Μικρασιατική Εκστρατεία οι Έλληνες απέτυχαν (με τα γνωστά αποτελέσματα) φανερώθηκε όλο το μίσος που είχαν οι Τούρκοι για τους Έλληνες, με μπροστάρη τον Κεμάλ και ακολούθους του την πλειονότητα του τουρκικού λαού.

Οι σχέσεις τότε των δύο χωρών είχαν φθάσει σε οριακό σημείο.

Τελικώς, «το πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων για την επόμενη πεντηκονταετία δημιουργήθηκε από τη συνδιάσκεψη και τη συνθήκη της Λωζάνης του 1922-23. Η διευθέτηση αυτή σήμαινε ειδικά για την Ελλάδα το οριστικό τέλος του αλυτρωτισμού με τη μορφή της “Μεγάλης Ιδέας” η οποία είχε επιχειρηθεί να τεθεί σε εφαρμογή με τη Μικρασιατική εκστρατεία».[8] Η Συνθήκη της Λωζάνης όρισε το εδαφικό καθεστώς των χωρών, ενώ επίσης επέβαλε και την ανταλλαγή των πληθυσμών, από την Ελλάδα των μουσουλμάνων και από την Τουρκία των χριστιανών, αντίστοιχα.

Επίσης, «με τη συνθήκη της Λωζάνης εξαφανίζεται η συνθήκη των Σεβρών (1920), και […] η συνθήκη ιδρύει το διεθνές συμβατικό καθεστώς στο οποίο στηρίζονται από τότε οι ελληνοτουρκικές σχέσεις»,[9] όπως τονίσαμε και παραπάνω. Βέβαια, θα περίμενε κανείς οι σχέσεις των δύο χωρών να ομαλοποιηθούν σχετικώς, κάτι που όμως δεν έγινε. «Η Συνθήκη της Λωζάνης οδήγησε μεν στην ειρήνη αλλά όχι και στη συμφιλίωση των δύο χωρών».[10]

Περίοδος 1923-1940

Η συμφιλίωση μπορεί να μην ήλθε με την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης, ήλθε τουλάχιστον όμως η ειρήνη. Έτσι, φθάνουμε στα μέσα της δεκαετίας του ΄20 και προχωρούμε προς τη δεκαετία του ΄30. Αυτή η περίοδος θεωρείται, για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ακριβώς, «περίοδος ειρήνης και προσέγγισης».

Πολλοί ήταν οι λόγοι που συνετέλεσαν στην δημιουργία αυτού του χαρακτηρισμού, με πρώτον και καλύτερο την αμοιβαία πολιτική προσέγγισης που ακολουθήθηκε από Ελλάδα και Τουρκία. «Μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1920-1922, και τα δύο κράτη, υπό την ηγεσία του Βενιζέλου και του Ατατούρκ προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄20, επιχείρησαν την έναρξη μιας 30ετούς σοβαρής προσπάθειας συμφιλίωσης και συνεννόησης»,[11] πράγμα που είναι το κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου που εξετάζουμε, και είναι αναμφισβήτητα κάτι το άκρως θετικό. «Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν ομαλοποιήθηκαν αμέσως μετά τη συνθήκη της Λωζάνης. Αντίθετα, το 1926 η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας παλινδρόμησε προς την αναθεωρητική τάση κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Πάγκαλου».[12]

Επίσης, το θέμα της αποζημίωσης των ανταλλάξιμων πληθυσμών, που μετακινήθηκαν από την Ελλάδα προς την Τουρκία και αντιστρόφως, όπως όρισε η συνθήκη της Λωζάνης, δυσχέραινε περισσότερο τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τουλάχιστον ως το 1928.[13] Τότε μόνον δόθηκε οριστική λύση στο πρόβλημα αυτό, αλλά και τότε επίσης έγιναν και οι πρώτες ουσιαστικές επαφές για προσέγγιση Ελλάδας – Τουρκίας διπλωματικά. Η εξωτερική πολιτική του Πάγκαλου αποτέλεσε παρέκκλιση στην συντηρητική τακτική των περισσοτέρων ελληνικών κυβερνήσεων μετά το 1923,[14] όταν όμως ανετράπη ο δικτάτορας και επανήλθε (1928) ο Ελευθέριος Βενιζέλος στην εξουσία, τότε έγινε η πολυπόθητη προσπάθεια προσέγγισης, με πρωτοβουλία μάλιστα του ιδίου του Βενιζέλου. Τα πράγματα, όμως, ήταν ακόμα δύσκολα.

Η εκκρεμότητα της αποζημίωσης των ανταλλαξίμων «έκαιγε» τις δύο χώρες, ιδιαιτέρως την Ελλάδα, και αποτελούσε επιπρόσθετα και ανασταλτικό παράγοντα στην εξέλιξη των διακυβερνητικών πρωτοβουλιών και επαφών.[15] «Ο Βενιζέλος συνειδητοποίησε ότι το εγχείρημα της ελληνοτουρκικής προσέγγισης δεν επρόκειτο να έχει αίσια κατάληξη, αν η Ελλάδα δεν παραιτείτο τελικά από κάθε απαίτηση» σε ορισμένους τομείς της υπόθεσης των ανταλλαξίμων,[16] πράγμα που ναι μεν δυσαρέστησε πάρα πολύ τους Έλληνες εκ Τουρκίας ανταλλάξιμους (λογικότατο πράγμα), από την άλλη όμως έθεσε τις βάσεις για την επαναπροσέγγιση Ελλάδας – Τουρκίας.

«Το πολιτικό αντίκρισμα των θυσιών αυτών υπήρξε το ελληνοτουρκικό σύμφωνο Φιλίας, Ουδετερότητας και Διαιτησίας (καθώς και μια συμφωνία για τους ναυτικούς εξοπλισμούς και μια άλλη εμπορική), που υπογράφηκε στην Άγκυρα στις 30 Οκτωβρίου του 1930».[17] Το σύμφωνο αυτό ήταν ότι ακριβώς ζητούσαν Ελλάδα και Τουρκία, προκειμένου να υπάρξει μια έστω ισχνή μεταξύ τους προσέγγιση. Οι περαιτέρω λόγοι που οδήγησαν (εκτός απ΄ την υπόθεση των ανταλλαξίμων) στην υπογραφή του συμφώνου αυτού και στην γενικότερη τακτική προσέγγισης ήταν γενικότερα λόγοι ανάγκης γι΄ ασφάλεια, κατ΄ αρχάς, και έπειτα «ανάγκης των δύο χωρών να αφοσιωθούν στην εσωτερική τους ανασυγκρότηση»,[18] κάτι απολύτως σημαντικό για χώρες, οι οποίες μόλις πρόσφατα είχαν βγει από σκληρό πόλεμο.

Ακολούθως, η δεκαετία του 1930 αποτελεί μια περίοδο διαρκούς προσπάθειας για προσέγγιση και συνεργασία, αλλά και σύσφιγξη σχέσεων. Η συμφιλίωση του 1930 φάνηκε να δίνει τέρμα στις χρονίως τεταμένες σχέσεις δυσπιστίας των δύο χωρών, οι οποίες όλο και περισσότερο προχωρούσαν σε κινήσεις προσέγγισης. Με πρόταση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου μια ημιεπίσημη συνδιάσκεψη Ελλάδας, Ρουμανίας, Τουρκίας, Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας συνήλθε στην Αθήνα (5/10/1930) για να εξετάσει τις προοπτικές μιας κοινής ενδοβαλκανικής συννενόησης και δράσης.[19] Το Σεπτέμβρη του ΄33 υπογράφεται στην Άγκυρα σύμφωνο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας,[20] με το οποίο προβλεπόταν η αμοιβαία εγγύηση του κοινού συνόρου των δύο χωρών στη Θράκη.[21] Τον επόμενο χρόνο, η διαφαινόμενη αναδιάταξη των ισορροπιών σε ευρωπαϊκή κλίμακα (σ.σ. άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία στη Γερμανία, η έντονη απειλητική δράση της φασιστικής Ιταλίας και της Βουλγαρίας προς τα βαλκανικά κράτη) οδηγούσε Ελλάδα και Τουρκία στην υπογραφή πολυμερούς Βαλκανικού Συμφώνου μαζί με τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία, το οποίο απέβλεπε στην επιβεβαίωση των εδαφικών ρυθμίσεων του 1919-1923.[22]

Ο «οργασμός» αυτός συμφωνιών και προσεγγίσεων Ελλάδας και Τουρκίας ολοκληρώθηκε (για την περίοδο 1923-1940) το 1938, με μια (πολυπόθητη από ελληνικής πλευράς) σύναψη στρατιωτικής σύμβασης των δύο πλευρών, με την οποία η Ελλάδα και η Τουρκία αναλάμβαναν να εμποδίσουν τη δίοδο από το έδαφός τους δυνάμεων που θα επιχειρούσαν να επιτεθούν στην άλλη χώρα, ενώ, σε μια τέτοια περίπτωση επίθεσης εναντίον ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, το άλλο ήταν υποχρεωμένο να τηρήσει στάση ουδετερότητας.[23] Με τη διάταξη αυτή, εκτός του ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ενισχύθηκαν και στρατιωτικά, αποτέλεσε και το επιστέγασμα μιας μεγάλης προσπάθειας για ειρήνη, συμφιλίωση, συνεργασία και αλληλοκάλυψη ακόμα των δύο χωρών, κάτι που κρίνεται αδιαμφισβήτητα θετικά.

Περίοδος 1940-1950

Όσο σκληρά πάλεψαν οι κυβερνήσεις των δύο χωρών ν’ αμβλύνουν τα προβλήματα και να έλθουν σε συνεννόηση και συνεργασία, άλλο τόσο εύκολα οι σχέσεις τους εκ νέου περιήλθαν σε κρίση τη δεκαετία 1940-1950. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άφησε τα σημάδια του και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σημάδια που έμειναν δίχως επούλωση γι΄ αρκετά ακόμα χρόνια.

Ενώ η Ελλάδα, όπως ξέρουμε απ΄ την ιστορία, τάχθηκε απερίφραστα και πολέμησε στο πλευρό των Συμμάχων, η Τουρκία ακολούθησε μια διαφορετική πολιτική· «η Τουρκία ακολούθησε κατά τη διάρκεια του πολέμου μια συνειδητή πολιτική ουδετερότητας και διατήρησε περίπου ίσες αποστάσεις τόσον έναντι των Συμμάχων όσον κι έναντι των Δυνάμεων του Άξονα, […] στάση αναμονής, ουδετερότητας και υποστήριξης των “Τουρκικών Εθνικών Συμφερόντων”, διατηρώντας ταυτόχρονα φιλικές σχέσεις και με τις δύο εμπόλεμες πλευρές».[24] Αυτή η χρησιμοθηρική στάση, ομολογουμένως, που κράτησαν οι Τούρκοι, δεν τους εμπόδιζε διόλου απ΄ το να αξιώνουν αδιάκοπα εδαφικές απαιτήσεις σε βάρος όλων περίπου των γειτόνων τους, στάση που δεν έχει ακόμη εξηγηθεί επαρκώς.[25]

Εκείνην λοιπόν ακριβώς την περίοδο, εν μέσω πολέμου και εφαρμογής των δύο διαφορετικών πολιτικών που προαναφέραμε απ΄ τις δύο χώρες, συνέβησαν δύο γεγονότα, τα οποία θεωρούνται ως καταλύτες στην επανέναρξη της κρίσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις: η επιβολή του φόρου κεφαλαίου «varlik vergisi» στους μη Τούρκους κατοίκους της χώρας (κυρίως) και έπειτα οι αντιρρήσεις της Τουρκίας για την απόδοση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα (σ.σ. ως τότε ιταλική αποικία), ήταν σαφείς ενδείξεις ότι η Τουρκία δεν είχε καλές προθέσεις απέναντι στο ελληνικό στοιχείο της, αλλά ούτε και απέναντι στην (ανταγωνιστική, γι΄ αυτήν) Ελλάδα.[26] Όσοι δεν συμμορφώνονταν ή δεν πληρούσαν τους όρους του «varlik» εκτοπίζονταν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, ενώ έλαβαν χώρα και δημεύσεις περιουσιών και συλλήψεις – γεγονότα, που, σαφώς, δηλητηρίασαν το καλό κλίμα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Επιπλέον, όσον αφορά στο θέμα της Δωδεκανήσου, αλλά και τις ποικίλες άλλες τουρκικές διεκδικήσεις ελληνικών εδαφών κατά τη διάρκεια του πολέμου, η κρίση δημιουργήθηκε άμα τη λήξει του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Συνθήκη των Παρισίων του 1947 παρεχώρησε την Δωδεκάνησο στην Ελλάδα[27] – αυτό ήταν, για την τουρκική πλευρά, «το πρώτο ρήγμα στην ισορροπία που δημιούργησε η Συνθήκη της Λωζάνης».[28] Η Τουρκία ποτέ δεν είδε με καλό μάτι ούτε κατάφερε να «χωνέψει» την ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα, πράγμα που για πολλούς θεωρείται ως και η αρχή της κρίσης του Αιγαίου![29]

Αυτά τα δύο γεγονότα, λοιπόν, έφεραν ξανά σε αντιπαράθεση και σύγκρουση τους δύο «γείτονες», κρίση η οποία όμως διήρκεσε λίγο, και ξεχάστηκε μέσα στη θύελλα των διεθνών ανακατατάξεων. Σύντομα, Έλληνες και Τούρκοι, με αφορμή την εξασφάλιση της αμερικανικής βοήθειας (δόγμα Τρούμαν, όπως ιστορικά γνωρίζουμε), την απαραίτητη ένταξή τους σε έναν απ΄ τους δύο μεγάλους συνασπισμούς, Ανατολικό ή Δυτικό (άρα και πιθανή συνεργασία τους, αν επέλεγαν τον ίδιο συνασπισμό, όπως και έγινε, δηλ. το Δυτικό), αλλά και η αναζήτηση εγγυήσεων από τουρκικής πλευράς και εκ μέρους της Αθήνας (κι ας ήταν ενταγμένη αυτή η κίνηση στο ευρύτερο πλαίσιο της αμερικανικής πολιτικής σ’ αυτή τη σημαντική για τις ΗΠΑ περιοχή),[30] δημιούργησαν τις βάσεις και στερέωσαν την επαναπροσέγγισή τους, η οποία έγινε περισσότερο ορατή την περίοδο 1950-1955.[31]

Περίοδος 1950-1958

Η μεταπολεμική ελληνοτουρκική συνεργασία βασίστηκε κυρίως στην αίσθηση της κοινής απειλής απ΄ το σοβιετικό στρατόπεδο και την αναζήτηση ασφάλειας και συγκρότησης με δυτικής προέλευσης αρωγή. Η ένταξη των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ, το Φεβρουάριο του 1952,[32] αλλά και σε λοιπούς δυτικούς οργανισμούς οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας (π.χ. Συμβούλιο της Ευρώπης), τις έφερε ακόμα πιο κοντά.

Ακόμα, η επιτυχία του Adnan Menderes στις εκλογές στην Τουρκία (μετά από 27 χρόνια κυριαρχίας του κεμαλικού Λαϊκού Κόμματος) και η δυτικόστροφη πολιτική που εκείνος επέβαλε[33] ευνόησαν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ακόμα περισσότερο – αποτέλεσμα αυτής της επαναπροσέγγισης και αναθέρμανσης των καλών μεταξύ τους σχέσεων, η επισύναψη νέου Βαλκανικού Συμφώνου, με συμμετέχουσες τις ίδιες και την Γιουγκοσλαβία.[34] Η τριγωνική αυτή συμφωνία όμως, όπως και η καλή ατμόσφαιρα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις της περιόδου εκείνης, δεν μακροημέρευσαν.

Η Γιουγκοσλαβία βελτίωσε τις σχέσεις της με τη Σοβιετική Ένωση (εξ αιτίας της προηγούμενης έντασης των οποίων είχε υπογράψει το Βαλκανικό Σύμφωνο), αφ΄ ενός, και αφ΄ ετέρου ξεπρόβαλλε στη διεθνή σκηνή το μεγάλο άλυτο ζήτημα του αιώνα, που παραμένει μάλιστα άλυτο – το Κυπριακό. Υπό αγγλική κατοχή ήδη από το 1878 και αποικία του Στέμματος απ΄ το 1925, η Κύπρος είχε διεξαγάγει αγώνες προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα να ενωθεί με την μητρόπολη Ελλάδα. Απ΄ το 1931 ακόμα οι Κύπριοι είχαν διακηρύξει την επιθυμία τους να ενωθούν με την Ελλάδα, ενώ το ίδιο έγινε ξανά, με παγκύπριο δημοψήφισμα αυτή τη φορά, το 1950, με το 80% του κυπριακού πληθυσμού να ΄ναι υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα.[35]

Τότε ήταν που το Κυπριακό εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη διεθνή σκηνή, και μάλιστα χάρη στην ελληνική κυβέρνηση και το στρατάρχη Παπάγο (1954).[36] Εκείνη ακριβώς την περίοδο, στις συζητήσεις Ελλάδας-Βρετανίας για την τύχη του νησιού, υπεισήλθε η Τουρκία ως «άμεσα ενδιαφερόμενο μέρος» – κι αυτό, διότι η τουρκική μειονότητα του νησιού (το 18%) αποτελούσε επαρκή βάση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, που έχριζε περισσότερης προσοχής. Η Τουρκία επικαλέστηκε λόγους ασφαλείας, δηλαδή την ανάγκη να αποτραπεί η προσάρτηση της Κύπρου σε μη φιλική χώρα (σ.σ. Ελλάδα), ώστε να μην κινδυνέψει η τουρκική ενδοχώρα από εχθρικό πλήγμα, ενώ έπρεπε για τους Τούρκους να υπάρχει και ανεμπόδιστη έξοδος προς την Ανατολική Μεσόγειο (βέβαια, ούτε το γόητρο των Τούρκων θα τους άφηνε να δουν την Κύπρο να προσαρτάται απ΄ την Ελλάδα).[37]

Το 1955 ξεκίνησε ο ένοπλος αγώνας των Κυπρίων για την προσπάθεια ένωσής τους με την Ελλάδα και αποτίναξη του βρετανικού ζυγού. Οι Βρετανοί, τότε, κατάφεραν να δημιουργήσουν το πρόβλημα, και να το κατασκευάσουν έτσι ώστε να φαίνεται διαμάχη Ελλάδας – Τουρκίας: κατάφεραν να εμπλέξουν στη διαμάχη τους Τουρκοκύπριους και την τουρκική πλευρά ενδιαφερόμενη για την τύχη της κυπριακής μειονότητας, και να αναγάγουν το ζήτημα σε «ελληνοτουρκική διαμάχη». Έτσι, «τερματίστηκε μια, γεμάτη μεγάλες προσδοκίες και ελπίδες για προσέγγιση και αναζήτηση συμφιλίωσης των δύο χωρών (Ελλάδας και Τουρκίας), περίοδος· η περίοδος συμβίωσης μεταβλήθηκε αυτοστιγμεί σε περίοδο αντιπαράθεσης».[38] Η Τουρκία, ήδη από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, φοβόταν την επιθυμία του ελληνικού πληθυσμού της Κύπρου να ενωθεί το νησί με την Ελλάδα, και πίστευε ότι οποιαδήποτε ενθάρρυνση προς την Ένωση θα συνιστούσε παραβίαση της ισορροπίας που είχε συμφωνηθεί στη Λωζάνη (διότι η Ελλάδα θ΄ αποκτούσε πολιτικό και στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι των Τούρκων),[39] κι έτσι πρόβαλε ενεργητική αντίσταση σε κάθε απαίτηση, αξίωση ή πρόταση της Ελλάδας.

Το τελειωτικό χτύπημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις το έδωσαν οι Τούρκοι, το 1955, όταν, στην Κωνσταντινούπολη, ξέσπασαν απίστευτης βιαιότητας ταραχές κατά της ελληνικής μειονότητας της πόλης – έχει αποδειχθεί ότι η κυβέρνηση Μεντερές καθοδήγησε σιωπηρά αυτά τα έκτροπα, τα οποία έμειναν στην ιστορία ως Σεπτεμβριανά και οδήγησαν στην πλήρη εξόντωση και στο εκτόπισμα του ελληνικού πληθυσμού της Πόλης. Σύνθημα των ταραξιών που έκαναν τα έκτροπα, η ένωση της Κύπρου με την Τουρκία…[40] Ο Ελληνισμός της Πόλης πλήρωσε τα διπλωματικά αδιέξοδα των χωρών και τις εντάσεις, με αποτέλεσμα τον σχεδόν πλήρη ξεκληρισμό του απ΄ τα πάτρια εδάφη και την διαρροή στην Ελλάδα.

Οι δύο χώρες βρέθηκαν αντιμέτωπες ακόμα και με πολεμική σύγκρουση, η ένταση είχε κορυφωθεί, ενώ ενέσκηψε και το πρόβλημα του Αιγαίου με το σύνολο της προβληματικής των χωρικών υδάτων, της υφαλοκρηπίδας και του εναέριου χώρου,[41] ζητήματα που επιδείνωσαν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Κάπου εδώ, λοιπόν, στα 1958, η κληρωτίδα της U.E.F.A. φέρνει αντιμέτωπους τον Ολυμπιακό και την Μπεσικτάς, για το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Οι Έλληνες αποσύρονται, για εθνικούς λόγους, απόφαση που δεν τιμωρήθηκε απ΄ τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ποδοσφαιρικής Ένωσης, και οι Τούρκοι προκρίνονται στον επόμενο γύρο. Είδαμε, όμως, ξεκάθαρα, το όλο υπόβαθρο της απόφασης της ελληνικής ομάδας.

Επίλογος

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν επρόκειτο ν΄ αποκατασταθούν παρά μόνον προσωρινά (για να ενταθούν εκ νέου αργότερα, όπως όλοι γνωρίζουμε), όταν το Φεβρουάριο του 1959 η Ελλάδα και η Τουρκία, αρχικώς μέσω διμερών διαπραγματεύσεων και στη συνέχεια οι δύο κοινότητες και η Βρετανία, συνήψαν τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου.[42]

Είδαμε όμως τι έχει προηγηθεί, οπότε, γνωρίζοντας όλ΄ αυτά τα καταπιεσμένα, απόκρυφα και σε κάθε ευκαιρία ανανεούμενα μίση και πάθη ανάμεσα στις δύο χώρες, δύσκολα θα εμπιστευόμασταν, αν ήμασταν εκείνη την εποχή στη Ζυρίχη και το Λονδίνο, τις υπογραφές Ελλήνων και Τούρκων στις συνθήκες! Η ιστορία σίγουρα δικαίωσε εκείνους που τότε δεν το έκαναν αυτό, με τα τραγικά αποτελέσματα που ακόμα και σήμερα ταλανίζουν τη διεθνή πολιτική σκηνή.

Αξίζει, τέλος, ν΄ αναφέρουμε και την αξία του ποδοσφαίρου ως καθρέπτη της πολιτικής (κι όχι μόνον) ζωής, διότι είναι ικανό να ανασύρει πάρα πολλά πράγματα στην επιφάνεια, καλά ή άσχημα, και να καθρεπτίσει και να καθορίσει μοίρες, αξίες, ιστορίες και προϊστορίες λαών ολόκληρων!…

Υποσημειώσεις:

[1] Ανδρέας Μπόμης, Γκολ 2000 – Ένας αιώνας ποδόσφαιρο, Αθήνα, εκδόσεις Πελεκάνος, 1999, σελ. 639.

[2] Ανδρέας Μπόμης, ό.π., σελ. 639.

[3] Εφημερίδα Αθλητική Ηχώ, 30-7-1958, αρ. φύλλου 3.237.

[4] Θάνος Βερέμης, Ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων 1453-1998, Αθήνα, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 1999, σελ. 77.

[5] Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, Η ελληνοτουρκική σύγκρουση – Από την Κύπρο έως τα Ίμια, τους S-300 και το Ελσίνκι, 1955-2000 – Η οπτική του Τύπου, Αθήνα, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2001, σελ. 39-40.

[6] Θάνος Βερέμης, ό.π., σελ. 81.

[7] Θάνος Βερέμης, ό.π., σελ. 82-83.

[8] Σωτήρης Ριζάς, Από την κρίση στην ύφεση – Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και η πολιτική της προσέγγισης Ελλάδας-Τουρκίας, Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήση, 2003, σελ. 19.

[9] Μανούσος Πλουμίδης, Η Ελληνοτουρκική κρίση – Ελλάς και Τουρκία, ένα πρόβλημα συμβιώσεως, Αθήνα, εκδόσεις Εστία, 1975, σελ. 67.

[10] Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, ό.π., σελ. 40.

[11] Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης, ό.π., σελ. 46.

[12] Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 20.

[13] Θάνος Βερέμης, ό.π., σελ. 90.

[14] Θάνος Βερέμης, ό.π., σελ. 92.

[15] Θάνος Βερέμης, ό.π., σελ. 98.

[16] Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 22.

[17] Θάνος Βερέμης, ό.π., σελ. 99.

[18] Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 25.

[19] Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης – Στέλιος Α. Αλειφαντής, Διεθνείς σχέσεις στα Βαλκάνια – Ιστορία, πολιτικό σύστημα, εξωτερική πολιτική, Αθήνα, εκδόσεις Δανία, 1987, σελ. 37.

[20] Θάνος Βερέμης, ό.π., σελ. 99.

[21] Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 25.

[22] Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 25-26.

[23] Βλ. σχετικά Θάνος Βερέμης, ό.π., σελ. 100-101 και Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 26.

[24] Χ. Γιαλλουρίδης – Σ. Αλειφαντής, ό.π., σελ. 94-95.

[25] Θάνος Βερέμης, ό.π., σελ. 103.

[26] Μανούσος Πλουμίδης, ό.π., σελ. 7.

[27] Θάνος Βερέμης, ό.π., σελ. 107.

[28] Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 41.

[29] Χ. Γιαλλουρίδης – Σ. Αλειφαντής, ό.π., σελ. 96.

[30] Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 29.

[31] Δ. Κώνστας – Χ. Τσαρδανίδης (επιμέλεια), Σύγχρονη ελληνική εξωτερική πολιτική – Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό πρόβλημα, Αθήνα, εκδόσεις Σάκκουλα (Αθήνα-Κομοτηνή), 1989, σελ. 8.

[32] Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 30.

[33] Χ. Γιαλλουρίδης, ό.π., σελ. 52.

[34] Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 30-31.

[35] Βλ. σχετικά: Θάνος Βερέμης, ό.π., σελ. 113, Χ. Γιαλλουρίδης, ό.π., σελ. 48.

[36] Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 31.

[37] Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 33.

[38] Χ. Γιαλλουρίδης, ό.π., σελ. 53.

[39] Χ. Γιαλλουρίδης, ό.π., σελ. 41.

[40] Βλ. σχετικά: Θάνος Βερέμης, ό.π., σελ. 114, Χ. Γιαλλουρίδης, ό.π., σελ. 42, Κώνστας – Τσαρδανίδης, ό.π., σελ. 9  και Μ. Πλουμίδης, ό.π., σελ. 7.

[41] Χ. Γιαλλουρίδης, ό.π., σελ. 42.

[42] Σωτήρης Ριζάς, ό.π., σελ. 33.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s