Happy end

Καλοκαίρι, μερικά χρόνια πριν το Youtube, το Facebook, τα chat: ντάλα μεσημέρι, κι εγώ βαράω σουτάκια στο γήπεδο μπάσκετ του χωριού της μητέρας μου στην Εύβοια, έχοντας για μόνη μου παρέα εκατοντάδες ακάματα τζιτζίκια.

Μετά από πολλά τζαμπ σουτ, λέι απ, δίποντα και τρίποντα, καταϊδρωμένος αποφασίζω να καθίσω στον έναν από τους δύο πάγκους για να ξεκουραστώ. Κι όταν λέμε «πάγκο» εννοούμε ένα υπερμεγέθες παγκάκι, που καλυπτόταν (όχι από πλεξιγκλάς αλλά) από μέταλλο, το οποίο με τη ζέστη που είχε εκείνη την ώρα είχε ανάψει και είχε κορώσει, με αποτέλεσμα εγώ, ευρισκόμενος μέσα σε αυτό το καυτό κουβούκλιο, καίτοι σε στάση πλήρους ακινησίας να δυσκολεύομαι να αναπνεύσω. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν σηκώθηκα να φύγω, αλλά έγειρα πίσω στο παγκάκι.

Και τότε, το πρόσεξα: σε ολόκληρο το εσωτερικό του πάγκου ήταν γραμμένα συνθήματα, ποιήματα, καρδούλες με βέλη, «Γιάννης + Λίτσα = L.F.E.», βρισιές, κι άλλα πολλά και διάφορα. Άρχισα να διαβάζω. Με κάποια από όσα ήταν γραμμένα γέλασα, κάποια άλλα τα προσπέρασα αδιάφορα, όμως σταμάτησα στους εξής στίχους:

Σε μυρίζω στον αέρα του χειμώνα,
με χαϊδεύεις όταν γίνεσαι βροχή.
Να γυρίσεις σαν θα ‘ρθουν τα χελιδόνια
και της άνοιξης να πάρεις τη μορφή.

Διάβασα ξανά και ξανά αυτά τα λόγια. Μου άρεσαν. Ένα γλυκό συναίσθημα με κυρίευσε. Ήταν γραμμένα με ανεξίτηλο μαρκαδόρο (όπως και όλα τα υπόλοιπα εκθέματα αυτού του περίεργου μουσείου σκέψεων), μαύρου χρώματος, και τα γράμματα ήταν πολύ ωραία, καλλιγραφικά θα έλεγα (λόγω αυτού υπέθεσα ότι μάλλον κάποιο κορίτσι είχε γράψει αυτούς τους στίχους).

Για κάμποσα δευτερόλεπτα, λοιπόν, το μόνο που υπήρχε στο νου μου ήταν το εξής ερώτημα: «Έχω νιώσει εγώ έτσι ποτέ για κάποια;».

Η απάντηση, άμεση: «Όχι».

Σηκώθηκα. Πήγα και στον άλλο πάγκο – κι εκεί το ίδιο, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό του μεταλλικού περιβλήματος υπήρχαν γραμμένα. Κανένα όμως τόσο όμορφο όσο εκείνοι οι στίχοι.

Κάμποσα χρόνια μετά, βρισκόμουν (αν θυμάμαι καλά) σε αυτοκίνητο φίλου, και κάπου πηγαίναμε. Ξάφνου, το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει αυτό το τραγούδι:

Πώς νιώθει κανείς όταν συναντά ξανά έναν παλιό του φίλο, τον οποίο έχει να δει χρόνια; Έτσι ακριβώς ένιωσα κι εγώ εκείνη τη στιγμή! «Οι στίχοι από τον πάγκο!», είπα μέσα μου! Βλέπετε, δεν άκουγα ποτέ (ούτε ακούω) Πυξ Λαξ, και δεν ήξερα ότι εκείνα τα λόγια ήταν το ρεφρέν αυτού του τραγουδιού – είχα νομίσει ότι ήταν προϊόν έμπνευσης κάποιας άγνωστης!

Και θυμήθηκα εκείνο το ζεστό μεσημέρι, το παγκάκι, τα τζαμπ σουτ, τη δυσκολία στην αναπνοή, το καυτό μέταλλο, τη μπάλα του μπάσκετ που κρατούσα στα χέρια, και ξαναρώτησα τον εαυτό μου: «Έχω νιώσει εγώ έτσι ποτέ για κάποια;».

Τούτη τη φορά, η απάντηση, ευτυχώς, ήταν «Ναι!».

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s