Στιγμές απ΄ το στρατό

Ξυπνάω. Το μάτι μου δεν είναι ακριβώς γαρίδα, αλλά πρέπει να μετατραπεί σε αυτό, μιας και χρόνος πολύς δεν υπάρχει. Ευτυχώς, έχω προνοήσει να ξυριστώ αποβραδίς, κι έτσι έχω ένα καθήκον λιγότερο τώρα το πρωί.

Λίγοι είναι οι φαντάροι που ξυπνάνε πριν τις 5.30. Είναι συνηθισμένο για κάθε φαντάρο να προσπαθεί να υποκλέψει όσο περισσότερο ύπνο γίνεται, γιατί είναι κάτι που (μεταξύ άλλων) σου λείπει στο στρατό. Εγώ, προσωπικά, ποτέ δεν ξυπνάω πριν τις 05.55 κάθε μέρα. Μισή ώρα, για μένα, είναι αρκετή – όταν έχεις φροντίσει από την προηγούμενη να ξυριστείς, τουλάχιστον, ξυπνάς πιο άνετος το πρωί.

Ο λόχος μας είναι από τους πιο ήρεμους και χαλαρούς λόχους. Κι άλλοι είναι έτσι. Υπάρχουν λόχοι που σε αφήνουν ακόμα και σλύπινγκ μπανγκ να έχεις και να κοιμάσαι, και να μην ξεστρώνεις το κρεβάτι. Ο γενικός κανόνας, βέβαια, είναι να κοιμάσαι κανονικά, και να στρώνεις το κρεβάτι σου επίσης κανονικά και σύμφωνα με τους κανονισμούς: σεντόνι πρώτο, δεύτερο, κουβέρτα πρώτη, υποφάκελος και φάκελος, ένας αχταρμάς από χοντρά υφάσματα που πρέπει να έρθουν στα ίσα τους. Αυτό που εγώ καταλαβαίνω, είναι ότι ο στρατός κάτι τέτοια πράγματα είναι: στρώσιμο, γυάλισμα αρβύλας (άλλο “παλούκι” και τούτο – και πρέπει και να γυαλίζεσαι εκτός θαλάμου, γιατί το βερνίκι του στρατού τραβάει τους κοριούς!), ξύρισμα, πειθαρχία, ψηλά το χέρι στην παρέλαση, σωστή εκτέλεση του “επ΄ ώμου” και του “παρουσιάστε”, κλπ. Εφ΄ όσον πόλεμος δεν υπάρχει, αναλωνόμαστε σε τέτοια πράγματα.

Ασχέτως αν ο στρατός ξέρει να τιμάει τις παραδόσεις και να αναγνωρίζει ορισμένα πράγματα. Π.χ., έμαθα το λόγο για τον οποίο καθόμαστε “προσοχή” στην αναφορά του λόχου: για να τιμήσουμε, λέει, τους νεκρούς όλων των μαχών που ΄χει δώσει ο ελληνικός στρατός. Παλιότερα, πριν τη μάχη, οι διοικητές έδιναν αναφορά στους στρατηγούς τους, κλπ: πόσους έχουν, πόσοι πέθαναν, πόσοι είναι τραυματίες; Γι’ αυτό, λέει, από τότε, η ώρα της αναφοράς είναι ιερή, γιατί τιμούμε εκείνους που κάποτε έπεσαν. Καλό είναι αυτό, αλλά από εκείνες τις μέρες δεν έχει κάτι τέτοιο πια ο στρατός – όπως το ΄πα πριν, μόνο τα ξυρίσματα και τα γυαλίσματα…

Και, φυσικά, τις σκοπιές. Το δύσκολο πράγμα για τον φαντάρο δεν είναι να φυλάξει σκοπιά. Όπως επίσης δεν είναι δύσκολο να είσαι θαλαμοφύλακας – υπευθυνότητα θέλουν τούτες οι θέσεις, και είσαι κάτι παραπάνω από εντάξει αν την έχεις. Λίγο προσεκτικός να ΄σαι, κι υπεύθυνος. Πιο δύσκολο είναι να ξυπνήσεις και να πας στο πόστο σου, παρά να εκτελέσεις το καθήκον σου. Αυτή τη βδομάδα φύλαξα το πρώτο μου σκοπέτο. Κι άλλο ένα μετά από μερικές μέρες – είχε πλάκα.

Δεν έχει πλάκα, βέβαια, αν χαθεί κάποιο όπλο, ή αν γίνει κάτι στον τομέα σου την ώρα της σκοπιάς (π.χ. κάποια “μαντραπήδα”). Τα όπλα τα χρεώνονται οι φαντάροι, κι αν κάποιος βγάλει εκτός του θαλάμου του το όπλο του δίχως να το αναφέρει, και συμβεί κάτι, θα ΄χει πρόβλημα και θα φάει, εκτός της “καμπάνας”, κι ένα ξεγυρισμένο πρόστιμο! Και, στη σκοπιά, πολλές φορές το πρόβλημα είναι μεγάλο – ένας φίλος μου έδιωξε τρία άτομα, τις προάλλες, που ήθελαν να κάνουν “μαντραπήδα”! Κάποιοι άλλοι, δέχθηκαν την “επίσκεψη” της “εφόδου”, και ούτε καν αντέδρασαν!!! Τους πήραν τα όπλα, και τους “καμπάνιασαν” αγρίως… Θέλουν προσοχή ορισμένα πράγματα.

Πάντως, αν κάτι ξέρουν να κάνουν καλά οι ανώτεροι, είναι να σ΄ έχουν στην τσίτα, με τα καψώνια… Πέφτει διαταγή, ας πούμε, ότι στις 2 η ώρα θα περάσει ο λοχαγός για επιθεώρηση, και μετά και ο διοικητής του τάγματος!! Μιλάμε για μπόλικα αστέρια στους γιακάδες, θέλει προσοχή! Ο φαντάρος, μονίμως απειλούμενος και με το φόβο των καμπανών, δε θέλει και πολύ: αρχίζει και τρέχει για να προλάβει. Γιατί οι ανώτεροι έχουν κι αυτή την “κακή” συνήθεια: σε διατάζουν να κάνεις κάτι και σου δίνουν ελάχιστο χρόνο. Πρέπει να ΄σαι γρήγορος. Τρέχει λοιπόν ο φαντάρος, ζητάει βοήθεια και από τους γύρω του, ρωτάει από ΄δω, ρωτάει από ΄κει, αγωνιά, τρίβει με μανία το άρβυλο μια τελευταία φορά για να φύγουν οι τελευταίες σκόνες, ισιώνει το χιτώνιο, κουμπώνει το παντελόνι καλά, τεντώνει το σεντόνι του κρεβατιού, ισιώνει το φάκελο (κάποιοι τον διαλύουν και τον ανασυνθέτουν), ενώ βλέπεις παντού ανήσυχους και αεικίνητους ανθρώπους. Τι κι αν ο δεκανέας φωνάζει “μπροστά στα κρεβάτια σας, ρε, μην κουνιέστε!“, οι άλλοι εκεί, να τρέχουν να φτιάχνουν μέχρι και το τελευταίο πράγμα. Έρχεται 2 η ώρα, οι φαντάροι σε στάση προσοχής μπροστά στα κρεβάτια τους, περιμένουν με αγωνία την “υψηλή” επίσκεψη, και ακούν τη νέα διαταγή: “Όλοι έξω γι΄ αναφορά!“. Όλα ήταν ένα ψέμα, μια μούφα, για να σε κάνουν να τσιτωθείς. Κανείς ποτέ δε θα ερχόταν… Αλλά σε έκαναν να το πιστέψεις, κι εσύ από το φόβο των τιμωριών έκανες σαν τρελός (σ.σ. παρεμπιπτόντως, τούτο ονομάζεται εξωτερική πειθαρχία: το να πειθαρχείς, δηλαδή, από το φόβο των ποινών ή από την προσδοκία ανταμοιβών – αντίθετα, εσωτερική πειθαρχία είναι εκείνη που εσύ επιβάλλεις στον εαυτό σου, και η σωστή υπακοή στους ανωτέρους, σύμφωνα πάντα με τον κανονισμό του στρατού, που τον διάβαζα μια βραδιά που ήμουν θαλαμοφύλακας).

Μα βλέπω κάτι όνειρα

πώς είμαι απόψε εξοδούχος

βλέπω κάτι όνειρα

πώς είμαι κι αύριο αδειούχος!!!

Θυμηθείτε το παλιό χιτάκι του Τριαντάφυλλου (πού είναι τώρα αυτός, θα σας γελάσω) και θα πιάσετε τη μελωδία αυτών των λίγων στίχων, που τραγουδούσε ένας φαντάρος σήμερα στο θάλαμό μου.

Έχω άδεια, όμως! Αύριο ξαναμπαίνω!!!

Και αφήνω πίσω μου, προσωρινά, για λίγο, τα επ΄ ώμου, τις βολές, τις εκπαιδεύσεις και τις αγγαρείες!!!

Τριακόσες τόσες και σήμερα… Δε θυμάμαι ακριβές νούμερο…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s