Η Πατρίδα και ο Φαντάρος

Εκείνη και Εκείνος κάθονταν σε ένα δωμάτιο, που φωτιζόταν μόνο από ένα αχνό, λευκό ημίφως. Ήταν καθισμένοι σε καρέκλες, ο ένας απέναντι από τον άλλο, σαν εκείνες τις σκηνές ανάκρισης που βλέπουμε συνήθως στις αμερικάνικες ταινίες.

Εκείνη κάθισε απέναντί του, και του είπε “θέλω να ακούσω την ιστορία σου. Πες μου, πώς ήρθες εδώ“.

Αυτήν, την έλεγαν Πατρίδα.

Και Εκείνον, τον έλεγαν Φαντάρο.

Εκείνος, άρχισε να μιλάει, ενώ τα λόγια του είχαν κάτι το έμμετρο:

Ήμουν εικοσ’τριών χρονών
μες τον ανθό της νιότης
και μούρθε το κωλόχαρτο
να πάω στρατιώτης
“.

Εκείνη, αποκρίθηκε: “Μάλιστα.. Και, όταν πήγες στρατιώτης, τι έγινε;“.

Η απάντησή του ήταν πάλι στο ίδιο έμμετρο ύφος και στυλ:

Την πρώτη μέρα στο στρατό
μου κόψαν τα μαλλιά μου
τη δεύτερη τον τσαμπουκά
την τρίτη τη μαγκιά μου
“.

Και, αφού τελείωσε τούτα τα λόγια, δεν σταμάτησε, αλλά συνέχισε:

Όταν παρουσιάστηκα
μου λέει ο αλφαμίτης
πέρνα παιδί μου για να δεις
τι πα να πει πολίτης
“.

Εκείνη τον άκουγε με ιδιαίτερη προσοχή. Μόλις τέλειωσε και αυτήν την δεύτερή του τοποθέτηση, αυτή τον ρώτησε ξανά: “Τι άλλο έζησες στον στρατό;“.

Η απάντηση ήρθε άμεσα και πάντα με την ίδια μορφή:

Το πρώτο μου συσσίτιο
ήτανε μελιτζάνες
που πλέανε σαν κότερα
μέσα στις καραβάνες.

Κάθε πρωί σηκώνομαι
στις έξι παρά δέκα
και όταν δε σηκώνομαι
μου λένε πάρε δέκα.

Καλύτερα να πούλαγα
γκαζόζες, λεμονάδες
παρά που πήγα κι έμπλεξα
με τους καραβανάδες.

Όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
αμέτρητα χιλιάδες
τα είδα όλα στο στρατό
ραμμένα σε γιακάδες.

Όλοι τους με ξεχάσανε
σα νάμουν πεθαμένος
μα εγώ μακριά τους βρίσκομαι
μες το χακί ντυμένος
“.

Εκείνη, ανέκφραστη, συνέχισε απλώς τις ερωτήσεις της: “Τι είχες αφήσει πίσω σου, πριν καταταγείς;“.

Εκείνος δεν έδωσε ακριβώς την απάντηση που έπρεπε να δώσει. Μίλησε πάλι με τον ίδιο έμμετρο τρόπο, αλλά άφηνε να φανεί η απάντησή του μέσα απ΄ όσα έλεγε:

Γιατί αγάπη μου γλυκιά
μας χώρισαν στα δύο
εμένα στο στρατόπεδο
κι εσένα στο θρανίο;

Τα μακαρόνια του στρατού
εγώ θα τα ενώσω
να φτιάξω σιδηρόδρομο
να ‘ρθω να σ’ ανταμώσω!

Και άραγε να με σκέφτεσαι
τώρα που ζω μακριά σου
ή χαίρεσαι που έφυγα
και κάνεις τα δικά σου;

Χθες στη σκοπιά που ήμουνα
μ΄ έπιασε μια πικρία
που αντί για το κορμάκι σου
χάιδευα το G3…

Τη νύχτα στο φυλάκιο
κανένας δε μιλάει
γιατί καθένας σκέφτεται
εκείνη που αγαπάει…

Εκείνη έδειξε ότι κατάλαβε, διότι κούνησε ελαφρά, σαν σε συγκατάβαση, το κεφάλι. “Και φαντάζομαι, θα άφησες πίσω φίλους, οικογένεια, κλπ. Αυτό όμως ήταν το χρέος σου προς εμένα, αυτό έπρεπε να κάνεις“, συμπλήρωσε.

Και σηκώθηκε, πλησίασε τον Φαντάρο, και του έκανε μια τελευταία ερώτηση:

Ποια γνώμη έχεις για το χρέος σου αυτό;“.

Κι εκείνος, χωρίς ν΄ απαρνηθεί ούτε λεπτό το έμμετρό του στυλ, ήταν και πάλι ετοιμόλογος:

Όταν την πύλη θα διαβείς
λαλεί ένα πουλάκι
τη μια σου λέει υπομονή
την άλλη, ένα χρονάκι
“…

Υ.Γ.1: Η άγρια φωνή του διοικητή διέκοψε απότομα το όνειρο αυτό του φαντάρου Γιώργου, που για μια ακόμα φορά πιάστηκε να κοιμάται στη σκοπιά…

Υ.Γ.2: Τελείωσαν τα ψέματα – αύριο μπαίνω φαντάρος. Για έναν χρόνο, θα κάνουμε αυτό που συνηθίζεται να αποκαλείται “χρέος προς την πατρίδα“. Τουτέστιν, για ένα χρόνο, θα είσαι αντιμέτωπος με κουραστικές όσο και ανόητες αγγαρείες, με παραγγέλματα, προστάγματα, κανονισμούς δίχως λογική, ανόητους και μονίμως τσατισμένους καραβανάδες, στρατόπεδα αχούρια, στέρηση προσωπικών ελευθεριών, και άλλα πολλά.

Η συμβουλή που συνήθως δίνεται πριν από τέτοιες περιπτώσεις, είναι υπομονή. Και δίκιο έχουν όσοι τη δίνουν. Μια άλλη συμβουλή που επίσης δίνεται, είναι “μη δίνεις σημασία – ένας χρόνος είναι, θα περάσει“. Κι αυτή είναι σωστή, και μάλιστα δοκιμασμένη: όλοι οι φίλοι μου που είναι ή υπήρξαν φαντάροι ακριβώς το ίδιο λένε. Με τον καιρό, συνηθίζεις. Είναι μέχρι να σου γίνει συνήθεια, όλο αυτό.

Από την άλλη, οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι κάνεις καλούς φίλους στο στρατό, γνωρίζεις πράγματα, ανθρώπους γενικά, ενώ βιώνεις και ορισμένες καταστάσεις απ΄ τις οποίες μπορείς να δρέψεις ορισμένα οφέλη. Δεν αντιλέγω ούτε εδώ: για να το λένε, κάτι θα ξέρουν!

Ωραία όλα αυτά. Γιατί να τα ζήσω όμως υπό αυτό το καθεστώς;

Ο στρατός, για μένα, εν τέλει, είναι σαν τα εμβόλια που κάναμε μικροί: χρήσιμα και αναγκαία, αλλά πάντα υποχρεωτικά, καταναγκαστικά, και εν τέλει προκαλούντα αποστροφή… Το ίδιο και με τα όσπρια, τα μαθήματα, κλπ. Μια τέτοια οπτική γωνία, βέβαια, θα κάνει χειρότερα τα πράγματα. Γι΄ αυτό, και πάω με την λογική, ακριβώς, του να πάρω όσο περισσότερα γίνεται από τούτη την εμπειρία, ώστε να ΄χει μια αξία αυτή η μακρόχρονη αποχή από ό,τι θα ήταν για μένα μια παραγωγική χρονιά…

Υ.Γ.3: Τα τετράστιχα που παραθέτονται σ΄ αυτό το post αντλήθηκαν από τούτο το site, ενώ επίσης περιέχονται στο cd που διανεμήθηκε κάποτε με το περιοδικό Δίφωνο, με τον τίτλο Φανταρίστικα. Η μουσική εκείνου του cd είναι του Λουκιανού Κηλαηδόνη, ο οποίος τραγουδάει κιόλας τα περισσότερα από τα τετράστιχα αυτά. Οι στίχοι είναι πολλών ανώνυμων φαντάρων, και δημοσιεύθηκαν στη στήλη “Φαντάρε πού πας;” της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας. Στήλη, που ακόμα υπάρχει στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.

3 comments on “Η Πατρίδα και ο Φαντάρος

  1. Μη μασάς, επειδή σε ξέρω είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρεις μια χαρά. Κι ας είναι μια αγγαρεία όλο αυτό, κι ας μην το θες καθόλου. Όπως λες κι εσύ, πρέπει να σκέφτεσαι τα θετικά αυτής της εμπειρίας, ειδικά στις δύσκολες πρώτες εβδομάδες.

    (προσπαθώ να μην υποπέσω στα κλασικά κλισέ, όμως τελικά κάποιος λόγος υπάρχει που με τον καιρό έγιναν “κλισέ”, έτσι δεν είναι;)

    Καλή θητεία, ψαράκι!🙂

  2. Ζήτω οι μπακαλιάροι!!
    Τώρα που έγραψες στο blog μου, έχεις “κολλήσει μέρες”, να το ξέρεις!!! Χαχα!😀
    JoaN, θα προσπαθήσω για μια ανταπόκριση από τον χώρο της στράτευσης!!

    Καλή σας συνέχεια!!!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s