Ιστορία

Σήμερα δεν είχε βάρδια με το ταξί. Και αποφάσισε να πάει μια βόλτα ως το πάρκο. Είχε καιρό να πάει στο πάρκο.

Πάνε πια 15 χρόνια από τότε που ήλθε στην Αγγλία. Και, για πάνω απ΄ τα μισά, δούλευε ως ταξιτζής. Μεροδούλι, μεροφάι, άντε απ΄ το κέντρο ως τα περίχωρα, και ξανά πάλι στην άλλη άκρη της πόλης, όσο να ΄ναι έβγαινε το μεροκάματο για να συντηρείται.

Πέρασε την μεγάλη σιδερένια πόρτα του πάρκου και μπήκε μέσα. Αμέσως, το κρύο αεράκι του έφερε μια μυρωδιά από μανόλια και μαργαρίτες. Ήταν άνοιξη, και γέμιζ΄ αρώματα ο τόπος σε κάθε φύσημα του ανέμου. Κάτω απ΄ τον παχύ ίσκιο των δέντρων περπάτησε, ενώ μπροστά του απλωνόταν μια μεγάλη λίμνη, με τις πάπιες της, που είχε και στο κέντρο ένα μικρό τεχνητό νησί, με δέντρα πάνω πολλά και, γραμμένη με πέτρες, μια φράση: “Το μυαλό μπορεί να ξεχάσει – Το σώμα δεν ξεχνάει ποτέ“. Πρώτη φορά την έβλεπε τούτη τη φράση. Αλλά δεν έδωσε και πολλη σημασία. Προχώρησε. Ήθελε να δει πόσο είχε αλλάξει το πάρκο από την τελευταία φορά που είχε έρθει.

3 χρόνια δεν είναι και λίγα…

Είδε ένα δέντρο κάπως πιο ανοιχτόχρωμο από τα άλλα, και του θύμισε τα δέντρα που είχαν στο Κασμίρ, από όπου είχε έλθει. Έσχιζαν προσεκτικά το φλοιό του δέντρου, και έβαζαν κάτω από το σχίσιμο μικρά κυπελλάκια: κι έπιναν μετά όσο υγρό μαζευόταν εκεί. Το είχε κάνει κι αυτός συχνά, με την παρέα του. Μαζεύονταν όλοι μαζί και έπιναν, για ώρες, όσο κατέβαζε το δέντρο. Όλα αυτά, πριν τους διώξει ο πόλεμος. Από τότε, ήρθε στην Αγγλία. Και ρίζωσε.

Είπε ότι δε θα ξανάφευγε. Θα έμενε εδώ.

Προχώρησε λίγο ακόμα, ανάμεσα στο στενό δρομάκι, με τα δέντρα δίπλα του (σα να είδε και ένα σκίουρο να πετάγεται ξάφνου μέσα από τα κίτρινα, λιωμένα πεσμένα φύλλα!), και έφτασε σε μια μικρή σκάλα, που ανέβαζε πιο πάνω στο πάρκο. Δίπλα στη σκάλα, μια πηγούλα με νερό είχε σχηματίσει μια μεγάλη λίμνη. Σα να διέκρινε και ένα χρυσόψαρο..

Ανέβηκε τη σκάλα, και βρέθηκε ακριβώς μπροστά σε ένα μεγάλο χώρο πρασίνου. Και πάνω εκεί, έπαιζαν μερικά παιδιά ποδόσφαιρο.

Κοντοστάθηκε.

Πριν προλάβει να σταθεί, ένα από τα παιδιά που έπαιζαν σούταρε δυνατά, και η μπάλα έφυγε από το υποτυπώδες γήπεδο και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. Την σταμάτησε με το πόδι και τους την πέταξε πίσω.

Κι όπως άγγιξε τη μπάλα, ξανά, άρχισε να θυμάται.

Μήπως κι εκείνος δεν έπαιζε κάποτε μπάλα, πίσω στο Κασμίρ; Μαζεύονταν δεκάδες παιδιά, το απόγευμα στο γήπεδο το χωμάτινο, και έπαιζαν μπάλα με τις ώρες. Ότι και να έκανε, το θυμάται, πάντα στις πέντε η ώρα όλα σταματούσαν: όλοι πήγαιναν στο γήπεδο για να παίξουν!!! Όσο για τα Σάββατα, εκεί γινόταν πια το μεγάλο πανηγύρι: όλο το χωριό μαζευόταν για να δει το μεγάλο αγώνα: Πάνω Χωριό – Κάτω Χωριό! Εκείνος ήταν με τους Κάτω, αν και έφηβος. Οι μεγάλοι τον έπαιρναν να παίζει, γιατί ήταν καλός.. Και παιζόταν αγώνας, όχι αστεία!! Φανατισμός! Τάκλιν, σπρωξίματα, κλωτσιές, τρέξιμο, ιδρώτας, μάχη! Είχαν φέρει και διαιτητή, μια φορά! Μοίραζε αυτός κίτρινες κάρτες από ΄δω κι από ΄κει, του φώναζαν οι Απάνω ότι σπρώχνει τους Κάτω, και πάει λέγοντας.. Εκείνος δε φανατιζόταν τόσο, τα ΄βλεπε και γελούσε.

Εκεί που πραγματικά φανατιζόταν, ήταν όταν έπαιζε με τους φίλους του. Χωρίς τους μεγάλους. Διότι τότε, έβλεπε και εκείνη. Εμ, βέβαια!!! Δίπλα στο γήπεδο πάντα μαζεύονταν και τα κορίτσια, για να βλέπουν τα αγόρια να παίζουν. Και πάντα προσπαθούσε να πετύχει την καλύτερη ντρίμπλα, να βάλει το πιο ωραίο γκολ, να τρέξει πάντα πιο γρήγορα από τους άλλους!!! Για να τον δει αυτή!

Αυτή, που τα μάτια της είχαν πάντα ένα πολύ θλιμμένο βλέμμα. Εκείνος δεν ήξερε γιατί. Ήξερε όμως ότι τον κοίταζε. Ήξερε ότι τον πρόσεχε. Κι έδινε πάντα παράσταση, όταν έπαιζε: φώναζε, έτρεχε, έσπρωχνε – κι όταν σκοράριζε, φώναζε σαν τρελός!! “Γκοοοοοοοοοοοολ” – έτσι, για να τον προσέξει αυτή…

Και θυμήθηκε και την πρώτη φορά που τη φίλησε! Ήταν στο γήπεδο που έπαιζε, είχαν πάει εκεί γιατί ήταν μακριά απ΄ το χωριό, μην τους δει κανείς.. Ήταν βράδυ, και πάνω από τα άγρια βουνά που τριγυρίζουν την πατρίδα τους είχε σηκωθεί ένα φεγγάρι, που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Όπως την κρατούσε στην αγκαλιά του, γύρισε μια στιγμή και το είδε. Και πρόσταξε τον εαυτό του να μην το ξεχάσει ποτέ…

Νωρίτερα, την ίδια μέρα, είχαν παίξει αγώνα, πάλι. Και είχε χτυπήσει στον αγκώνα, πέφτοντας σε μια μονομαχία. Σοβαρή πληγή, όχι αστεία. Κι όπως την κρατούσε στην αγκαλιά του, βλέποντας το φεγγάρι, εκείνη τον ακούμπησε κατά λάθος στην πληγή, και πόνεσε. Και φώναξε! Πήραν μια τρομάρα!!! Παραλίγο να τους ακούσουν!!!

Κι ύστερα, τους χώρισε ο πόλεμος.

Σήκωσε το μανίκι του, και κοίταξε τον αγκώνα του – το σημάδι από την πληγή ήταν ακόμα εκεί. 15 χρόνια πέρασαν, αλλά εκείνο ήταν ακόμα ολοφάνερο πάνω στο σώμα του. Ήταν, όσο να ΄ναι, μεγάλη η πληγή. Δεν κρύβεται έτσι εύκολα.

Από τότε που έφυγε, δεν την ξαναείδε. Και επί 15 χρόνια, είχε καταφέρει να ξεχάσει. Άλλαξε ζωή. Βρήκε νέες παραστάσεις, άλλους ανθρώπους, άλλες συνήθειες, άλλους κόσμους. Ο κόσμος του άλλαξε απότομα και βίαια, και άφησε πολλά πράγματα πίσω.

Εκείνη η πληγή, όμως, ήταν ακόμα εκεί. Να του θυμίζει το Κασμίρ, το ποδόσφαιρο, και εκείνη, που του ΄χε αγγίξει την πληγή κατά λάθος εκείνο το βράδυ.

Γιατί, το μυαλό μπορεί να ξεχάσει, αλλά το σώμα δεν ξεχνάει ποτέ. Διότι έχει για μνήμη τις ουλές του.

Υ.Γ.: Το κείμενο αυτό το εμπνεύστηκα από τον Ινδό ταξιτζή, που με πηγαινόφερε τις προάλλες για κάτι δουλειές που είχα. Ήταν από το Κασμίρ. Και μου είπε την ιστορία του.

2 comments on “Ιστορία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s