Μικρή ιστορία αγάπης

Ήταν Κυριακή. Κυριακή κάποιου έτους, που όσοι τακτοποιούν τα αρχεία το θυμούνται. Κι ως συνήθως, τις Κυριακές, στο χωριό εκείνο παιζόταν μπάλα. Ο καιρός ήταν καλός, όπως και η ομάδα του χωριού – αυτή, μάλιστα, ήταν τόσο καλή, που είχε για χρόνια καταφέρει να διατηρηθεί στο ψηλό Πρωτάθλημα: Α΄ Εθνική. Για χρόνια.

Το γήπεδο της ομάδας ήταν γεμάτο: έτσι έπρεπε να είναι, διότι έπαιζαν με τον Πρωταθλητή!!! Την πιο πλούσια ομάδα της χώρας, με τους καλύτερους παίκτες, τα δεκάδες συνεχή πρωταθλήματα, τις ευρωπαϊκές δάφνες.. Κι η επίσκεψη του Πρωταθλητή στο γήπεδο της ομάδας του χωριού εκείνου ήταν ότι πρέπει για να γεμίσει το γήπεδο. Όλοι ήθελαν να δουν από κοντά τους μεγάλους παίκτες του αντιπάλου, και να θαυμάσουν τους δικούς τους να τους αντιμετωπίζουν. Ελπίδες για νίκη, δεν υπήρχαν και πολλές, από μεριάς γηπεδούχων. Πώς να τα βάλεις με αυτό το γίγαντα; Ακόμα, όμως, και η εμπειρία η ίδια, ήταν από μόνη της επιτυχία. Η μικρή ομάδα του χωριού είχε σωθεί, για μια ακόμα σεζόν, και θα έπαιζε ξανά του χρόνου στην κατηγορία.

Κι είχε σωθεί, χάρη σ΄ Εκείνον.

Ο οποίος, τώρα, στα αποδυτήρια, πριν αρχίσει το παιχνίδι, καθόταν σκεπτικός στην άκρη του πάγκου. Ο προπονητής έδινε οδηγίες στην ομάδα, αλλά Εκείνος δεν πρόσεχε.. Είχε αλλού το νου του: πώς είναι οι φοιτητές στο μάθημα, που βαριούνται που ζουν και πετάει αλλού η σκέψη τους; Έτσι ήταν κι αυτός, εκείνες τις στιγμές. Ο προπονητής συνέχιζε να μιλά.

Το λογύδριο του κόουτς τελείωσε, κάποια στιγμή, και εκείνος πλησίασε στον απομονωμένο πια παίκτη, μιας και οι άλλοι, όλοι, είχαν ήδη σηκωθεί να πάνε να ετοιμαστούν.. Και του είπε: “Δεν πειράζει που δεν άκουσες ούτε λέξη απ΄ όσα είπα. Και μη νομίζεις ότι δεν το κατάλαβα (σ.σ. εδώ γέλασε Εκείνος..)! Απλώς, σκέψου τι δρόμο θα ακολουθήσεις!! Ο πρόεδρος, το ξέρεις, θέλει να σε δώσει. Κι αυτοί πληρώνουν πολλά για να σε πάρουν. Ποιος δε θέλει τον πρώτο σκόρερ της κατηγορίας; Σε περιμένει μια καλύτερη ζωή, μακριά απ΄ το χωριό. Θα γίνεις σπουδαίος και διάσημος. Νέος είσαι ακόμα!!! Άλλοι στα 23 τους έχουν σηκώσει 3-4 Τσάμπιονς Λιγκ! Σήκω και παίξε, κι απόψε, εναντίον τους, και από μεθαύριο θα είσαι μαζί τους. Ζεις το όνειρο που ο καθένας θα ΄θελε να ζήσει.. Θα είναι και ο πρόεδρός τους, απόψε, στο γήπεδο“, ολοκλήρωσε ο κόουτς, και απομακρύνθηκε – έπρεπε να ντυθεί πια, Εκείνος.

Πιάνοντας την τσάντα, είδε το σήμα της ομάδας: ένα σπαθί, όρθιο, με τα γράμματα του ονόματος της ομάδας και τη χρονολογία ίδρυσης. Και θυμήθηκε..

Θυμήθηκε πώς έπαιζε, τότε, στα χωράφια, με τους φίλους του. Όνειρό τους, όλων, ήταν να παίξουν κάποτε για την ομάδα του χωριού!!! Ύψιστη τιμή. Ποιος αμφιβάλλει ότι στην περιφέρεια δένεσαι με την ομάδα σου περισσότερο απ΄ ότι στην πόλη; Έτσι κι εκεί. Κι ακόμα, θυμήθηκε το μικρό γηπεδάκι που είχε στη γειτονιά του. Τι αγώνες έδιναν, κι εκεί! Μάχες κανονικές!!! Εκεί, άλλωστε, δεν τον είδε ο σκάουτερ της ομάδας, και, μόλις στα 13 του, τον πήρε στα τσικό; Εκεί ήταν. Ως το βράδυ έλιωναν στη μπάλα, με τους φίλους.. Όλα αυτά, με όνειρο να παίξουν κάποτε στην ομάδα! Και, βέβαια, να τον βλέπει και Εκείνη.. Που με τις φίλες της καθόταν πάντα έξω απ΄ το γηπεδάκι, και έβλεπαν. Κι αλήθεια, μέσα του το ΄ξερε, τις περισσότερες ντρίμπλες τις έκανε για να τις βλέπει αυτή.. Τα γαλάζια μάτια μιας κοπέλας είναι πάντα δυνατή ώθηση..

Σκέφτηκε και την οικογένειά του. Πάντα ήθελαν να τον δουν να φτάνει ψηλά. Από άλλο πόστο, βέβαια.. Κάνας γιατρός, κάνας δικηγόρος.. Εκείνος θέλησε να γίνει ποδοσφαιριστής. Τον άφησαν. Είδαν πώς έχει ταλέντο.. Και πάντα ήταν εκεί και τον έβλεπαν, σ΄ όλους τους αγώνες. Δε θα ξεχάσει ποτέ το πρώτο του παιχνίδι ως βασικός, όταν ο πατέρας του παραλίγο να μπει στο γήπεδο να πλακωθεί με το διαιτητή!!! Γέλασε όταν το σκέφτηκε.. Θα τους ήθελε και τώρα, εδώ, μαζί του, να τον συμβουλέψουν, να του πουν τι να κάνει – αδύνατον να έρθουν από εκεί ψηλά. Έπρεπε να πάρει μόνος του την απόφασή του.

Και τώρα, ερχόταν αυτή η πρόταση. Τον ήθελε ο Πρωταθλητής. Ο αποψινός αντίπαλος της ομάδας του. Και έδινε καλά λεφτά.. Ο πρόεδρος ήθελε να τον δώσει – ήταν καλά τα λεφτά.. Όλα, όμως, εξαρτώνταν απ΄ αυτόν. Έπρεπε να αποφασίσει..

Χαμένος στις σκέψεις του, ο πρώτος σκόρερ της κατηγορίας φόρεσε τη φανέλα (με το “9”, πάντα), και ακολούθησε τους υπόλοιπους στη φυσούνα. Οι ομάδες, πλάι πλάι, βγήκαν στον αγωνιστικό χώρο, μέσα σε πανζουρλισμό. Εκείνος, αμίλητος, χαμένος..

Ήταν και αρχηγός, κι έπρεπε να ανταλλάξει τα λαβαράκια και τις χειραψίες.. Δίνοντας το χέρι στον αντίπαλο αρχηγό, τον αρχηγό της Εθνικής ομάδας και της καλύτερης ομάδας της χώρας, τον είδε να του χαμογελά και να του κλείνει το μάτι: “Και του χρόνου, συμπαίκτες“, του είπε!! Το άκουσε ολοκάθαρα, κι ας το ψιθύρισε απλώς ο άλλος. Γύρισε το κεφάλι του προς την εξέδρα. Ήταν τόσο σίγουρο πια ότι θα έφευγε; Γιατί το γύρισε προς τα ΄κει το κεφάλι του;

Θυμήθηκε ότι το ΄χε ξανακάνει, στο πρώτο του παιχνίδι με την ομάδα. Έψαχνε να βρει τους γονείς του, να πάρει κουράγιο.. Και τους είχε δει! 2 γκολ είχε βάλει εκείνο το βράδυ.. Με τις φίλες της είχε έρθει και Εκείνη! Την είδε, πίσω απ΄ το ένα τέρμα καθόταν!!! Τα πιο βαθιά γαλανά μάτια τον είχαν κοιτάξει. Δεν της αφιέρωσε κανένα γκολ, αν και θα ΄θελε – ο κόσμος, βλέπεις.. Ήταν και μόλις 17, τότε. Τι θα ΄λεγε το πλήθος; Δικαιώματα δεν ήθελε να δώσει.

Κι όμως, τώρα έμοιαζε ξανά χαμένος. Χιλιάδες πρόσωπα, ομοιόμορφη σκοτεινιά, στις κερκίδες, τον κοιτούσαν. Άκουγε φωνές, συνθήματα, επευφημίες, χειροκροτήματα.. Δεν ήξερε τι σημαίνουν.. Δεν ήξερε τι λένε. Μηχανικά περπατούσε. Μηχανικά σκεπτόταν. Δεν ζούσε. Απλώς κινούνταν. Έκανε τη σέντρα, κι άρχισε να τρέχει από ΄δω κι από ΄κει. Σα ρομπότ. Με βλέμμα χαμένο κοιτούσε εδώ κι εκεί. “Να φύγεις από ΄δω, να ψάξεις μια καλύτερη ζωή“, θυμάται τα λόγια του προπονητή. Οι μπαλιές περνούν από μπροστά του, κι αυτός τις χάνει. Δεν τρέχει, δεν προσπαθεί.. Μοιάζει χαμένος. Το πλήθος δεν ξέρει. Δεν καταλαβαίνει. Ένα βουητό υπόκωφο αρχίζει να δονεί το κεφάλι του. Κανείς τους δε γνωρίζει.

Κοιτάει ξανά στην εξέδρα. Βλέπει τον Πρόεδρό τους, των αντιπάλων. Του το ΄πε ο κόουτς ότι θα ΄ναι κι αυτός εδώ, δεν του το ΄πε; Να ΄τος. Χαμογελαστός, βλέπει το παιχνίδι. Σε μια στιγμή, τ΄ ορκίζεται, συνάντησε τη ματιά του. Τι χαμόγελο ήταν αυτό!!! Το χαμόγελο της σιγουριάς. “Και του χρόνου συμπαίκτες“..

Κι Εκείνη, πουθενά. Σίγουρα είχε έρθει γήπεδο;

Τρέχει η μπάλα μπροστά του, στο χορτάρι. Όπως τότε, στα χωράφια. Ο νους του έχει σταματήσει. Δεν κινεί τα πόδια του. Δεν πάει να την πιάσει.. Ένας συμπαίκτης του έρχεται κοντά και τον χτυπά στην πλάτη: “Τι θα γίνει; Θα παίξεις;“.. Να παίξει. Αυτό άλλωστε δεν τον ένοιαζε, πάντα; Να παίζει δεν ήθελε; Κοινωνός της μαγείας της μπάλας, να παίζει δεν ήθελε; Για το χωριό του, βέβαια, αλλά να παίζει δεν ήθελε; Γιατί σταμάτησε τώρα; Τι συμβαίνει; Θα φύγει τελικά απ΄ την ομάδα ή δε θα φύγει;

Φλασιά.

Χρήμα.

Δόξα.

Μια καλύτερη ζωή. Μακριά από ΄δω.

Εσύ μια μέρα θα γίνεις μεγάλος παίκτης“, του ΄χε πει ο προπονητής του, μετά τον πρώτο αγώνα του.

Ήθελε στ΄ αλήθεια να είναι μακριά; Ήθελε όλα να τ΄αφήσει; Αξίζει αυτό που τον περιμένει τόσο, ώστε όλα να τ΄ αφήσει;

Παίρνει πάσα. Βρίσκεται στο κέντρο. Αρχίζει να θυμάται. Τότε που έπαιζε στα χωράφια. Μπροστά του είναι ο καλύτερος αμυντικός μέσος της χώρας. Κάτι που σίγουρα θα αναρωτιέται αν ισχύει, καθώς βρέθηκε ξαπλωμένος στο χορτάρι, μετά την ντρίμπλα Εκείνου! Συνεχίζει να θυμάται. Το γηπεδάκι στη γειτονιά. Θα ξέχασαν τις διεθνείς συμμετοχές τους οι δύο άσσοι που πήγαν να τον μαρκάρουν: πέρασε ανάμεσά τους!!! Δεν σταματά να θυμάται. Τα μάτια Της. Όλο το αντίπαλο τέρμα είναι δύο μεγάλα, γαλανά μάτια. Προς τα ΄κει τρέχει. Ένας, δύο, τρεις αμυντικοί. Όλους τους περνάει, με μια απίστευτη ορμή. Μια φορά στην προπόνηση τους είχε πάρει όλους αμπάριζα! Έτσι και τώρα.. Τον τραβάνε απ΄ τη φανέλα, μα πέφτουν κάτω. Συνεχίζει. Δεν είναι πια μακριά τα γαλανά μάτια της. Κανείς συμπαίκτης δίπλα του, όλοι πίσω. Πρέπει να πάει μόνος του. Μόνος του πρέπει να πάρει μια απόφαση. Ο τελευταίος αμυντικός ακόμα ψάχνει να βρει τη μπάλα, τραβώντας τον απ΄ τη φανέλα – στέκει όρθιος, μένει όρθιος. Έμεινε ο γκολκίπερ. Γαλάζια μάτια δεν έχει, αλλά με τα χέρια του τού τα κρύβει. Αυξάνει ταχύτητα. Όλοι έχουν σηκωθεί όρθιοι. Ο Πρόεδρός τους, φωνάζει: “Μα, τι κάνει; Κόψτε τον“!!! Εκείνος όμως είναι σε θέση για γκολ. Κάποτε σημάδευε ανάμεσα σε δύο κλαδιά, στο χωράφι, για να αποκτήσει ακρίβεια. Δεν πρέπει τώρα να λαθέψει. Πρέπει να σουτάρει. Πρέπει να σκοράρει.

Εσύ μια μέρα θα γίνεις μεγάλος παίκτης“…

Κι από τα βάθη των πνευμόνων του, βγαίνει έξω, η πιο αναγνωρίσιμη κραυγή σ΄ όλο τον πλανήτη. Κραυγή που ενώνει κόσμο και κοσμάκη, από τότε που έμαθαν ν΄ αγαπούν τη μπάλα.

ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΛΛΛ!!!

Δε βλέπει τίποτα. Ακούει μόνο ένα υπόκωφο βουητό. Θα πρέπει να ΄ναι οι οπαδοί που πανηγυρίζουν. Δεν ξέρει τι είναι. Ξέρει μόνο τι θέλει. Είναι σίγουρος πια. Χαμογελάει, και τρέχει να πανηγυρίσει. Κυλιέται στο χορτάρι. Και, πριν τον καλύψουν τελείως τα σώματα των συμπαικτών του, στον πανηγυρισμό τους, πριν τα χέρια τους του καλύψουν τα μάτια, αγκαλιάζοντάς τον, προλαβαίνει να δει, στην κερκίδα: είναι εδώ Εκείνη!!! Και τον χειροκροτά!!! Επιτέλους την είδε..

Ποδόσφαιρο. Η γιορτή της Κυριακής.

One comment on “Μικρή ιστορία αγάπης

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s